Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

& - 003

“Okay. Walk me through it again.”
I hesitate. I want to say all the words again, to form the sentences and remember every bit for the millionth time, but I say, “No.”
“Come on. One more time.”
I don't want to. Or I really, really want to. I already know that once I head home, I'll just make myself remember every detail and, even though I'm gonna pretend I didn't like the dream, even though I'm gonna tell her it disgusted me and could she give me some pills to just sleep like the dead and not dream at all?, I'll wish I'll see it tonight again. And tomorrow. And hopefully for every single night for the rest of my life, which I know is impossible, but I want it. That's what I want. I want that dream.
“I know you didn't suddenly become shy,” she says.
“Because I haven't objected you recording our sessions?”
She turns her palms up defensively but she's smiling. “You haven't.”
“Listen to the tape if you want to hear it again so badly.”
“This isn't about me wanting to hear about your dreams. This is about you. You disassociate with your emotions ever since the shooting.”
“On the contrary, doctor, I'm very much in touch with my anger.”
“On our very first sessions you talked about a different dream you had.”
“So?”
“So, what's so different about this dream?”
“I don't know.”
“Okay, let's talk similarities. She's in both dreams, huh?”
“Yes.”
“Same building, her building, a taxi waiting in the rain. You're waiting in the rain.”
“Okay.”
“You're waiting for her?”
I don't answer. I don't think she's expecting one either.
“You gave her your umbrella again. You never take those nine steps to her front door. She goes alone. The setting's the same in both dreams. Your feelings are what's different. In the first dream you feel guilty. You're sad because you hurt her even though you were trying to protect her. You're angry at yourself. You're angry at her because she isn't angry at you and she should be because you hurt her. If she doesn't get angry at the man who killed her child, what else has she forgiven? How many other people has she let hurt her and was not once mad at them? You're also angry at the people who hurt her. You don't know them but if you could find them, you'd kill them. Then you remember you actually have killed someone, though unintentionally, so you try not to think about it. She accepted your umbrella but she wanted to tell you something before she did. What was it?”
“How am I supposed to know?”
“It was your dream.”
“Dreams don't always make sense.”
“Alright. In the second dream, she almost told you something again but this time you almost didn't let go of the umbrella. When she walks up the stairs and pauses in front of her door, you want her to turn around and invite you in. You're guilty you want that. You're guilty you don't look at her and the first thing you remember is her holding a dead boy in her arms. You're guilty you focus on her lips and not the sting in your stomach that reminds you you've hurt her. You don't want to remember that anymore.”
“I do though.” I do.
“You should,” she says. “Just don't let it define you.”
I don't mention the rest of the dream, that bit later when I walk up the stairs after her and follow her inside the house.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

hi

Το Enigmatic Monsters έχει επιβιώσει σχεδόν τρία ολόκληρα χρόνια, το μεγαλύτερο διάστημα που κατάφερα να κρατήσω blog, και έχει τα τρίτα του γενέθλια ακριβώς ένα λεπτό πριν μπει ο καινούριος χρόνος. Ήθελα η συγκεκριμένη ανάρτηση να ανεβεί τη Πρωτοχρονιά και σκόπευα να τη γράψω στα αγγλικά γιατί εκφράζομαι πιο εύκολα, αλλά αποφάσισα πως μία στο τόσο καλό θα ήταν να γράφω στα ελληνικά, γιατί από την πρώτη ολυμπιακή ανάρτηση τη τελευταία ημέρα του 2011, βρισκόμαστε σε μια θάλασσα από αγγλικά κείμενα. Καλή η εξάσκηση των αγγλικών αλλά κοντεύω να ξεχάσω και τα ελληνικά. :Ρ
Έχω καιρό να ανεβάσω κάτι πέρα από λογοτεχνικά κομμάτια και δεν ξέρω αν πλέον διαβάζομαι από κανέναν. Δεν θέλω να δω τις προηγούμενες αναρτήσεις γιατί είναι σίγουρο πως θα τις διακάψω (διαγράψω + κάψω, ναι), κάτι που πριν δύο χρόνια αποφάσισα να μην κάνω ποτέ. Όταν έγραψα ό,τι έγραψα μου ήταν αρκετό εκείνη την εποχή, και υποτίθεται δεν έχω διαγράψει ολόκληρη την ιστοσελίδα επειδή θέλω να χτίσω αναμνήσεις. Ακόμα και με μια αναζήτηση στο Google, το blog εμφανίζεται στα πρώτα αποτελέσματα επειδή δεν άλλαξα ποτέ την ονομασία του (η οποία δυστυχώς δεν μου κρατάει κάποια σημασία πλέον), και έχει ήδη αρχίσει να γίνεται μόνιμο. Δεν με ενδιέφερε, ούτε με ενδιαφέρει μέχρι σήμερα να έχω κοινό και με βάσει τη παρουσία τους να αποφασίζω να αναρτώ όλο και περισσότερο. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Οι μη να φύγουν—είμαι λάτρης του μπλογκιακού feng shui.
Οπότε το EM (παρα)μένει. Όσοι βρίσκονται εδώ καταλάθος, ελπίζω να μην ψάξετε τις παλιές αναρτήσεις και όσοι είσαστε εδώ επειδή θέλετε να είσαστε, μείνετε επίσης μακριά από τις παλιές αναρτήσεις. Όσο πιο γρήγορα ξεχαστούν, τόσο πιο εύκολη θα είναι η ανάρρωση με το ψυχολόγο.
Ήθελα, σκόπευα, είχα το όραμα να γράψω παραπάνω, αλλά έχω ήδη αρχίσει να πιέζομαι να βρω θέμα και θα καταλήξουμε (πάλι) σε μια πολύ επιφανειακή ανάρτηση. Οδεύουμε προς την ποιότητα, όχι τη ποσότητα. Ή κάτι τέτοιο.
Τα λέμε όποτε θα τα πούμε, αν θα τα πούμε, αν θα είσαστε εδώ να τα πούμε.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

& - 002

“Where does cold come from? I mean not—I don’t mean the weather, the temperature. I mean the word. Where does it come from?”
“I don’t know. Why does it matter?”
“It doesn’t.”
“Okay. Would you sit down now, please?”
He still seems distressed, absent-minded but he does it anyway.
“What would you like to talk about today?”
“I don’t care. Whatever. Pick something.”
“You have nothing you wanna tell me?”
He shrugs. Looks around the room. “Not really.”
“Then why are you here?”
He raises his left eyebrow and gives me the most incredulous look I’ve gotten from him so far. “If I had it my way, doc, I’d be out of this town yesterday. Well, last month, to be accurate.”
“Where?”
“Huh?”
“Where would you go?”
He makes a noise that can only be interpreted as, “I don’t care, go fuck yourself anyway, you know?”
“Were you always so bad at making casual conversation?”
“Casual conversation?” he laughs. “Casual conversation is two buddies talking about ball over a six pack of cold ones. This,” his finger points out the distance between us, “is called therapy. I talk shit, you try to understand what the aforementioned shit says about me and you write a prescription that keeps me from going crazy.”
“I actually don’t.”
“Don’t what?”
“Do that.”
“Try to understand my shit?”
“No,” I laugh, “that I do. But I’ve never given you any medication. Not my job to, anyway.”
He doesn’t say anything.
“Are you afraid you’re going crazy?”
“Aren’t we all?” he bullshits his question with a smile.
“Well, not all of us are cops who have shot the husband and child of a woman who was trying to save her son from his drunken father, but,” I shake my head. “Yeah, in some sense, we’re all a bit crazy.”
“You can go fuck yourself,” he says in a very casual, emotionless voice.
“That’s very good.”
“Masturbation?”
“You just expressed pain about your traumatic event. Means you acknowledged it.”
He doesn’t like that. He feels like I played him. He shifts his body in his seat ever so slightly but I catch his movement.
“You’ve never done that in any of our previous sessions.” I smile. “Good job.”
“Will you report me if I flip you off and storm out of this shithole right this moment?”
“Probably.”
“I see.”
“Are you seeing her tonight?”
“No.” He blinks. “No, I cancelled.”
“Why?”
“It’s his birthday this week. Her son’s, I mean.” He looks around again; his eyes stare at the blood-red bookcase he didn’t seem to like before. I see him sigh—his chest moves slowly up and then down—but it’s a silent sigh. “He’d be turning twelve.”
“Maybe she needs someone to go through this with.”
“Ha ha. Yeah, I doubt the man who murdered Colin is the right company.”
“You can’t know that. Maybe she chose you.”
He almost snorts. “Doc, it doesn’t work this way. Maybe in the movies—maybe the dude gets to fuck the damsel in distress despite destroying half the city?” he flicks his tongue against his front teeth and laughs. “But no, not here.”
“You didn’t destroy a city.”
“No, you’re right. I didn’t. I destroyed her world.”

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

& - 001

«Όταν της άνοιξα την πόρτα, με ρώτησε αν θέλω βοήθεια και της είπα ότι θα τα καταφέρω μόνος μου. Της έδωσα την ομπρέλα μου γιατί δεν μπορούσα να ανέβω τα εννιά σκαλιά μέχρι την μπροστινή της πόρτα. Με κοίταξε πριν την δεχτεί αλλά δεν είπε κάτι και έφυγε. Έμεινα στη βροχή, δίπλα στο ταξί, μέχρι που εξαφανίστηκε μέσα στη πολυκατοικία. Θα συνέχιζα να βρέχομαι αλλά άκουσα τη φωνή του οδηγού να με ρωτάει τι θα γίνει και μπήκα πάλι στη πίσω θέση. Δεν θυμάμαι τι διεύθυνση του έδωσα αλλά το πρωί βρισκόμουν στο κρεβάτι μου.
Το βράδυ είδα πως βρισκόμουν σε μια τεράστια φωλιά πουλιών ενός πανύψηλου δέντρου και τα κλαδιά με έκοβαν σε μερικά σημεία αλλά δεν με ένοιαζε. Το προηγούμενο βράδυ είχα δει το ίδιο όνειρο μόνο που ήταν κι εκείνη δίπλα μου. Τα κλαδιά δεν την πλήγωναν. Στο χθεσινό όνειρο γδερνόμουν για τρία άτομα: εμένα, εκείνη, την απουσία της. Ξύπνησα επειδή πονούσε το κεφάλι μου επειδή ξύπνησα. Νόμιζα πως είχε ξημερώσει αλλά ήταν ακόμα η ίδια νύχτα και ήθελα να επιστρέψω στο όνειρο, δεν με ένοιαζε το αίμα, αλλά χτύπησε το τηλέφωνο και το πρώτο πράγμα που με ρώτησε η φωνή ήταν, «Τι θες να της πω;».
Δεν ήξερα ποιος ήταν αλλά απάντησα, «Δεν ξέρω. Ό,τι θες».
Μετά η φωνή είπε, «Μην μου δίνεις τόσες ελευθερίες, θα την διώξω από δίπλα σου», και πριν εξηγήσω πως πιθανότατα θα το ήθελε και η ίδια, ξύπνησα.
Άλλο όνειρο».
«Περιπετειώδης βραδιά», χαμογέλασε αλλά ήταν περισσότερο αφοσιωμένη στις σημειώσεις.
«Όχι», έγνεψα αρνητικά. «Περιπετειώδης βραδιά ήταν το ‘82 στο Λονδίνο, όταν έφαγα γυαλί στο κεφάλι». Χάιδεψα το σημείο ανάμεσα στα μαλλιά μου. «Ή το ’85, ανατολική Ασία…»
«Σε πόσα μέρη έχεις ταξιδέψει;», ρώτησε χωρίς να σταματήσει να γράφει. Αλλά με κοιτούσε την ίδια στιγμή, οπότε δεν μπορώ να πω πως δεν την παραδέχτηκα.
«Πολλά;». Ερώτηση. «Πολλά».
«Έχω πάει μόνο στο Βατικανό και από δεκαπέντε ημέρες έμεινα τρεις, γιατί αρρώστησε η μητέρα μου».
«Σε πόση ώρα επιστρέφουμε στο ότι δεν μπήκα σπίτι της, γιατί πρέπει να φύγω σε δεκαπέντε λεπτά».
Χαμογέλασε και άφησε το στυλό για πρώτη φορά. «Όποτε θες».
«Δεν πρέπει να με πιέσεις;»
«Δεν πιέζω κανέναν».
«Ωραία». Κοίταξα το χαλί. Καινούριο πέρα από το σημείο που ακούμπαγαν τα παπούτσια της, μπροστά από την πολυθρόνα. «Είμαι ηλίθιος».
«Δεν είσαι ηλίθιος».
«Καλά, δειλός».
Άρχισε με ένα, «Δεν είσαι δειλός», αλλά σταμάτησε μόνη της. «Ναι. Ναι».
«Έχει βάψει την εξώπορτά της κόκκινη». Δεν θυμόμουν να το έχω παρατηρήσει μέσα στην μπόρα.
«Όλα τα σπίτια στην οδό της είναι βαμμένα κόκκινα».
«Ήταν καφέ την τελευταία φορά—»
«Την τελευταία φορά που βρέθηκες τόσο κοντά σε οτιδήποτε δικό της ήταν τρία χρόνια πριν. Έχω περάσει πρόσφατα. Ο δήμος τα έβαψε».
Χτύπησα ρυθμικά τα πόδια μου, κοίταξα προς την βιβλιοθήκη. «Άσχημο χρώμα».
«Γιατί;»
«Απλά δεν μ’ αρέσει».
«Γιατί;»
«Ξέρεις γιατί».
«Αν δεν το πεις, δεν θα υπάρξει πρόοδος».
«Δεν υπάρχει λόγος να το πω αν το ξέρω».
«Το ότι ξέρεις πράγματα και δεν έχεις μιλήσει ποτέ σε κανέναν είναι ο λόγος που βρίσκεσαι εδώ».
«Μου θυμίζει αίμα. Το κόκκινο».
«Και;»
«Αρκετή πρόοδος για σήμερα, ναι».
«Και τι σου προκαλεί το αίμα;»
Και σταμάτησα να απαντάω. Αλλά όχι να την κοιτάω. Αρκετά έντονα μέχρι να νιώσει άσχημα.
«Δεν τους σκότωσες εσύ», είπε πάλι μετά από λίγο, πιο ήρεμα.
«Ναι, ε; Ψεύτικες αναμνήσεις με εμένα να κρατάω το όπλο τότε».
Σχεδόν την έπιασα να προσπαθεί να βρει κάτι να πει γρήγορα ώστε να ακουστεί φυσιολογικό, αλλά σηκώθηκα.

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

"An incredibly short story for I don't remember what I wanted to write when I first started it in September:" A (Short) Novel by Me

Γράπωσε τον στυλό, μουτζάλωσε την χαρτοπετσέτα, σιγούρεψε πως το μελάνι δεν έχει παγώσει. Έπιασε το χέρι της, άρχισε να γράφει κάτι στο δέρμα της κι εκείνη έπνιξε το χαμόγελο από την επαφή. Της παράτησε γρήγορα τον στυλό δίπλα στον καφέ και έφυγε από το τραπεζάκι, έφυγε από τη καφετέρια, εξαφανίστηκε από το πεζοδρόμιο, χάθηκε πίσω από κάποιους ανθρώπους χωρίς να μιλήσει. Σήκωσε το χέρι της και είδε το κακογραμμένο, «Λογικά βρέχει πολύ στην καρδιά σου για να έχεις τόσα πολλά λουλούδια να ανθίζουν στον θώρακά σου».

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Let's talk about Paranoia

Πριν μερικές ημέρες, συνειδητοποίησα ότι το ίντερνετ δεν είναι ασφαλές.
Όχι πως μοίραζα στοιχεία πιστωτικών καρτών σε ξένους (δεν έχω πιστωτικές κάρτες), αλλά κατόπιν μιας επίσκεψής μου σε όλες τις ιστοσελίδες που έχω ανεβάσει ποιήματα, κείμενα, ιστορίες (είμαι κυριολεκτικά παντού, your bed has been breached), θυμήθηκα πως ακόμα και αν καταφέρω να διαγράψω οτιδήποτε έχω δημοσιεύσει στο διαδίκτυο, αυτό θα παραμείνει εκεί, έστω μερικώς. Το ίδιο συνέβη και με παλιές μου ζωγραφιές που πριν δύο χρόνια έτρεξα να κάψω από ιστότοπους εδώ κι εκεί (πίστευα ότι θα αρχίσω να ανεβάζω μόνο προσεγμένες δημιουργίες… πίστευα), και ψάχνοντας τώρα παλιά μου username, ξαναβρίσκω αποδείξεις της ύπαρξής τους στο Google.
whyisthishappeningtome.mp3
Δυστυχώς, το ίδιο θα συμβεί και στο Enigmatic Monsters όταν αποφασίσω πως το μπλογκ δεν πάει πουθενά. Θα μείνουν όλες αυτές οι μισοτελειωμένες ιστορίες, τα κείμενα που κάποτε πίστευα ότι ήταν αστεία (ναι, όχι, δεν ήταν) και οτιδήποτε πρόκειται να ανεβάσω. Φρικιαστικό, πιθανό μέλλον. Δεν υπάρχει, βέβαια, λογική εξήγηση γιατί κάποιος θα βρει το EM καταλάθος μετά την διαγραφή του όταν τώρα, που υποτίθεται λειτουργεί κανονικά, δεν πατάει πόδι. Ο συνωμοτικός χαιρέκακος εαυτός μου τρίβει τα χεράκια του. Η πλευρά που υπερτερεί συνήθως (η ίδια που μισεί τα πάντα) ελπίζει στην ολοκληρωτική καταστροφή του ίντερνετ, μέχρι που θα επαναφερθεί και όλα τα αποθηκευμένα στοιχεία θα έχουν διαγραφεί. Μπορώ να ζήσω για μερικές εβδομάδες χωρίς τη Wikipedia, φτάνει να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης ο πίνακας που δείχνει ποιος θα κέρδιζε ανάμεσα σε μάχη με τους χαρακτήρας του Λυκόφωτος και της τηλεοπτικής σειράς NCIS (το διέπραξα, με τιμώρησα, είμαι στο στάδιο της συγχώρεσης. Moving on).
Πέρα από το σημάδι που θα αφήσω στις μεταγενέστερες γενιές, υπάρχει και το θέμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Πρόσφατα, διάβασα ένα βιβλίο με έναν τύπο που είχε δουλέψει σε οποιοδήποτε αστυνομικό/στρατιωτικό σώμα μπορούσε να του προσφέρει η αμερικανική κυβέρνηση χωρίς να ακουμπήσει τη CIA. Μετά τη πρώτη του αποκάλυψη πως τρομοκράτες έφτιαξαν έναν ιό που κάνει τον ανθρώπινο οργανισμό να συμπεριφέρεται αρκετά παρόμοια με ζόμπι (the surprise, right??), και χωρίς να έχει αυτό θέμα με το που θέλω να καταλήξω, άρχισε μια συζήτηση με τον ψυχίατρο φίλο του σχετικά με την ιδιωτική ζωή. Ο φίλος του ήταν υπέρ το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, εντελώς αντίθετα με κινήσεις της κυβέρνησης να υποκλέβουν γράμματα, e-mail, τηλεφωνήματα, DNA σάλιου από την χλεμπόνα που έριξες όταν νόμιζες πως δεν σε κοιτούσε κανείς, ενώ ο ήρωας έδωσε το αντεπιχείρημα πως αυτό ακριβώς γνωρίζουν οι τρομοκράτες και εκμεταλλεύονται για το κακό της χώρας. Δηλαδή ότι γενικά, they are watching you so you better make them regret it by masturbating furiously, not breaking eye contact with the dark corner of your room. Είναι go big or home η φάση και αν go home, masturbate furiously and don’t break eye contact with the dark corner.
Αυτό σημαίνει ότι αν όντως οι κυβερνήσεις ψάχνουν για λέξεις-κλειδιά που θα τους κάνουν να ψάξουν περαιτέρω το κείμενο στο οποίο αναφέρθηκαν οι ίδιες λέξεις-κλειδιά, πρέπει να έχω ανεβάσει κόκκινες σημαίες σε περίπου είκοσι-πέντε μυστικές οργανώσεις, συν NSA, CIA, FBI και Interpol. Οι ιστορίες μου είναι σχεδόν πάντα αποκλειστικά περιπέτειας και έχουν μέσα μυστικούς πράκτορες (ναι, συνηθισμένο θέμα αλλά τουλάχιστον δεν έχω ζόμπι, yas?), οπότε είτε ετοιμάζουν επιδρομή στο σπίτι μου (“ALPHA TEAM, ITS A GO, GO GO, THE LUNATIC WHO HAS NO LIFE AND MIGHT QUITE POSSIBLY BE A TERRORIST TOO IS INSIDE!”) ή έχω μια μεγάλη αλυσίδα θαυμαστών που δουλεύουν σε ομοσπονδιακές δουλειές (“GO, GO, GO, THERES OUR IDOL, TACKLE HER!”). Πάντα τελειώνουν τόσο δυσβάστακτα κάτι τέτοια.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Anpolis: Prologue

Prologue








I’ve heard whispers about the new kid.

Word is he’s been going around stealing people’s watches, rings, pens — anything he can lay his little filthy hands on, and robbing their houses. Sometimes, he even abducts their pets just to return them a week later completely shaven. They say he got that barely noticeable scar under his right eye when someone woke up in the middle of the night, saw him and beat the crap out of him. He had to spend the next three nights in a hospital, not because the owner showed good faith, but because a police officer saw his thrown body near the post office and called it in. Turns out his mother was a hooker that got beat to death by her pimp when she refused to get back to work the day after she gave birth to him. His daddy’s in jail for dealing drugs. He visits him two times a year and usually the second one lasts shorter than the first one.

They say that kid’s got something twisted in him. Some screw that got loose, or maybe a demon that’s been controlling him ever since he was a toddler. He’s killed. Many times before. Nobody knows why the police hasn’t made him yet (you’d think with so many rumors, even the cops would bother to look a bit more into it) but you can see it in his eyes. Green eyes that could belong to an angel and all you see are the blood thirst and the paranoia swimming from pupil to pupil. Oh, and that god forsaken smile... Perfect teeth that dug into his aunt’s flesh when he was barely seven years old just because she made macaroni and cheese when he had clearly stated he wanted pizza for dinner. She left him in a foster home after that night and disappeared from his life, never to be seen again. He didn’t mind. As far as he was concerned, that woman shared his mother’s blood and he hates his mother. He’s never met her and he’s thankful for that every day.

Last month he was seen outside church. Perrysdale’s a small town, people talk, and for the past six months, people’ve been talking about him. Kid that appeared from nowhere probably looks for trouble like a thirsty hound looks for water, no way to know if he’s finished school or if he’s still going. The parents went crazy the first week and no school principal would answer if they had him as a student. They believed in privacy and crap like that. So in return, they started pulling their kids from the only Perrysdale High School and the other two middle schools to keep them safe. Seventeen-year-olds being under curfew because a guy was out there. The school council reacted, Perrysdale had a track record of county’s best student performance for the past eight years after all, so they reassured them that yes, Creepy Kid wasn’t a student. School halls filled once again.

Heh, that must have made him laugh.

Anyway, he was circling the church that Friday and an old couple was watching him from the small park opposite the church and got worried. Lovely couple, they haven’t been around much lately. They said the kid looked worried, arms in jacket, slouched shoulders, muttering something over and over again until he came to a halt. Mrs. Welsh said he raised his head and looked at them and for a moment, he looked peaceful. Creepy Kid was actually quite handsome and made an impression on her. She said she felt a bit bad for that single minute. She had believed all those rumors about him being a “bad boy” and had agreed the previous week that he must had skinned that cat alive, but he now only looked like a misunderstood young adult who had come to Perrysdale to find himself a home only to be treated as an abomination that people were too scared to remove from their town.

Mr. Welsh said the kid started smiling. The heavenly light was lost, he started turning into a demon. Sinister look on his face, his body straightened up. He looked angered, amused, pleased and probably a bit horny but Mr. Welsh decided not to use that kind of language in front of his fragile wife’s ears. They both agreed he seemed ready to pass the empty road and come up to them but they left as quickly as they could. By the time they looked back, “the demon was gone, vanished into thin air as if the devil himself had dared appear in front of God’s house to take his supplicant under his wing”. Mrs. Welsh’s input.

For the next three weeks, everyone started discussing about PPD’s intention to finally get more intimate with him, maybe even pay him a visit at his house, ask some questions, and hopefully lock him up or, better yet, send him to NYPD’s hands. A big city like New York can certainly take care of him and Perrysdale will be finally left in peace. Problem is, nobody knows where he lives. And certainly, no one has ever asked.

It’s been unanimously agreed that every townie leave him alone, keep their distance and lock their homes at night. Some have even started sleeping with their guns and set cheap home security systems in case the young murderer decides to go on a killing spree in their town. He hasn’t done it in Perrysdale yet.

I’ve heard whispers that the new kid is bad news, but it’s okay. All that’s, of course, not accurate. I’ve never robbed anyone.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Supposedly drafts

Έσυρε το σώμα του μέχρι την άκρη της πισίνας και το χέρι του βούλιαξε στο νερό. Το όμορφο γαλάζιο έγινε κόκκινο, σε μερικά σημεία πιο βαθύ, σε άλλα σχεδόν αόρατο. Το κεφάλι του έμεινε ακίνητο, με ένα σκισμένο μάγουλό πάνω στα κρύα, βρεγμένα πλακάκια. Η ανάσα του τον πονούσε γιατί κάθε φορά που εισέπνεε, το στήθος του ανέβαινε, και οι μυς του μαζί με τις πληγές του φώναζαν για έλεος.
«Έλεος…»


***


«Θέλω… να με βοηθήσεις με κάτι».
Η ηλικιωμένη γυναίκα έσφιξε τα δάχτυλά της γύρω από το ξύλο που την κρατούσε στα πόδια της. Οι ρυτίδες της ξεφύσησαν πονεμένα. «Δεν ξέρω».
«Δεν ξέρεις;»
«Δεν ξέρω αν μπορώ να σε βοηθήσω»
«Χρειάζομαι να… το δωμάτιο. Πρέπει για—»
«Όχι»
«Μια τελευταία φορά και ίσως—»
«—ξέχασε το, κάθε φορά τα ίδια, ξέρεις πολύ καλά ότι—»
«—δεν θα σου το ξαναζητήσω—»
«—τόσο κατεστραμμένος—»
«—αλήθεια—»
«—ποτέ δεν σταματάς, δεν έχεις προσπαθήσει ούτε μια φορά—»
«Δεν θα σου το ξαναζητήσω», επανέλαβε έντονα. Τα μάτια του άρχισαν να καίνε. «Το χρειάζομαι, άλλη μία φορά, μόνο μία, θα προσπαθήσω, είναι ανάγκη… Σε παρακαλώ».
Το σκέφτηκε. Του έδωσε χρόνο να το σκεφτεί κι εκείνος. Δευτερόλεπτα που ήταν αρκετά και για τους δυο τους. Είχε χάσει πολλές ευκαιρίες να αποτοξινωθεί, εκείνη τον είχε βοηθήσει να τις χάσει. Σε οποιαδήποτε δύσκολη κατάσταση γύρναγε εδώ, και παρά τις διαμαρτυρίες της, δεν τον σταμάταγε στο τέλος. Ποτέ δεν τον σταμάταγε. Την πόναγε περισσότερο να τον βλέπει με τον πόνο στα μάτια του. Ο πόνος παρέμενε και μετά την… επίσκεψή του, αλλά τουλάχιστον χαμογελούσε, θυμόταν, και ποια ήταν εκείνη να τον σταματήσει από το να τον αφήσει να ξαναζήσει τις λίγες αναμνήσεις που του είχαν μείνει να θυμάται; Θα έφευγαν κι εκείνες μετά από καιρό. Ήταν αντίγραφό του, είχε περάσει τα ίδια.
«Δεν σε χρειάζεται όπως τη χρειάζεσαι εσύ», του μίλησε με ήρεμη φωνή. «Δεν σε χρειάζεται. Δεν σε θυμάται, κάθε φορά ακούς όσα θέλεις για να συνεχίσεις να ζεις στον ίδιο κύκλο. Δεν έχει να κάνει πλέον με το αν πρέπει να την αφήσεις. Έχει φύγει κι εσύ κυνηγάς φαντάσματα». Τον κοίταξε κάτω από τις ακόμα μακριές βλεφαρίδες της. «Δεν κουράστηκες, αγόρι μου;».
Την πλησίασε και την αγκάλιασε. Δεν έσφιξε τα χέρια του γύρω της, δεν προσπάθησε να κρατηθεί πάνω της. «Σε παρακαλώ», ψιθύρισε.



_____________________________________________




Το είχα στα πρόχειρα από τις 10 Ιουνίου και δεν το ανέβασα ποτέ. Έχω μοτίβο και φαίνεται να μιλάω πάντα για τον ίδιο χαρακτήρα σε όλες τις ιστορίες, χωρίς να το καταλαβαίνω.

χιΟνι

«Και να σου πω, σε πόσο καιρό σκοπεύεις;»
«Δεν ξέρω σε πόσο καιρό σκοπεύω, σταμάτα να με ρωτάς, που θες να ξέρω σε πόσο καιρό σκοπεύω, δεν ξέρω σε πόσο καιρό σκοπεύω!», πέρασε νευρικά τα δάχτυλά του ανάμεσα στα μαλλιά του και η σκέψη του κύλησε ομόφωνα με τα επόμενα λόγια της μητέρας του: «Θες κούρεμα». Δεν ήθελε κούρεμα, την ηρεμία του ήθελε αλλά στάθηκε μπροστά στο τζάκι και άφησε την Ιζαμπέλα να κοιμάται πάνω στο χαλί χωρίς να την ενοχλήσει. Θα μπορούσε να κοιτάει τις φλόγες για το υπόλοιπο της ημέρας.
«Χρειάζομαι βοήθεια. Νομίζω». Συνοφρυώθηκε μόνος του. «Δηλαδή, δεν θα ερχόμουν αν δεν χρειαζόμουν βοήθεια, οπότε χρειάζομαι βοήθεια αλλά», βαρέθηκε να ακούει τον εαυτό του να μιλάει, «δεν ξέρω». Ακούμπησε πάνω στην καμινάδα από τούβλα και πρόσεξε να μην πειράξει τα χριστουγεννιάτικα στολίδια –μικρές γυάλες με μεγάλα αξιοθέατα του Λονδίνου, Σίδνεϋ, Νέας Υόρκης, Αθήνας, Σικάγο, Γαλλίας, με χιόνι που είχε κατακαθίσει στον πάτο– και ξέφτισε μερικά θρύμματα από την κάποτε άσπρη μπογιά. «Νομίζω πως αν συνεχίσει όλο αυτό, δεν θα αντέξω. Υπάρχουν μέρες που είναι δύσκολο να σηκωθώ από το κρεβάτι και όταν σηκώνομαι, ο διχασμός του να ξαναπέσω στο στρώμα ή να μείνω όρθιος σε έναν σκοτεινό διάδρομο με τρώει. Το παράθυρο βρίσκεται στη μέση, φώτιζε τα πάντα. Πήρα κουβέρτες και της κάρφωσα πάνω από το γυαλί. Το κάλυψα, δεν μπαίνει ήλιος εκεί που κοιμάμαι».
«Γιατί;», τον ρώτησε η γυναίκα ήρεμα και κάθισε στο τραπέζι. Τον έβλεπε με τους ώμους του χαμηλωμένους, το βάρος των σκέψεών του σχεδόν να υλοποιείται πάνω στην ραχοκοκαλιά του και την έπιανε η καρδιά της γιατί την είχε ξαναδεί την εικόνα. Πάλι στο ίδιο τραπέζι, πάλι ο ίδιος πόνος και να μην μπορεί να βοηθήσει.
«Τους άκουγα να ουρλιάζουν τα βράδια και αντί να κλείσω τα αυτιά μου, ούρλιαζα κι εγώ αλλά η φωνή μου δεν ακουγόταν. Δεν ξέρω γιατί η κουβέρτα σταμάτησε τις φωνές».
«Δεν τις σταμάτησε. Εσύ τις αγνόησες. Η κουβέρτα είναι τα χέρια σου πάνω από τα αυτιά σου». Του χαμογέλασε αν κι εκείνος δεν την έβλεπε. «Μπράβο σου».
«Τα χέρια μου…», κοίταξε τα δάχτυλά του πάνω στον τοίχο. «Τα νιώθω βουτηγμένα στο αίμα. Νιώθω… το αίμα όταν δεν συγκεντρώνομαι. Το νιώθω». Τα τέντωσε. «Αν σταματήσω να σκέφτομαι, το χέρι μου βουτάει τόσο βαθιά που στο τέλος μπορώ να νιώσω τα ακροδάχτυλά της. Αυτό σημαίνει ότι κι εκείνη βουτάει, ναι;», γύρισε ελάχιστα το κεφάλι του χωρίς πραγματικά να βλέπει τη μητέρα του. Χαμογέλασε αμυδρά. «Ίσως αν κάποιο βράδυ βυθιστώ ολόκληρος να νιώσω παραπάνω από τα δάχτυλά της».
Γέλασε λίγο, κούνησε το κεφάλι της και έβγαλε μια μικρή ανάσα. «Εσύ τη ψάχνεις για να την χαϊδέψεις, εκείνη μπορεί να σε ψάχνει για να σε κατασπαράξει». Τον είδε να σηκώνει αδιάφορα τους ώμους του και να γυρίζει πάλι προς τη φωτιά. Δεν τον ένοιαζε. «Δεν ψάχνεται ίδια πράγματα, αγόρι μου».
 «Αν την βρω, ίσως μπορέσει να βγάλει τη κουβέρτα από το παράθυρο και να ξαπλώσει δίπλα μου και να μην με αφήσει να ακούσω τα ουρλιαχτά…,» ακούστηκε κουρασμένος. «Να μην μου επιτρέψει να ουρλιάξω».
«Και μετά τι; Θα αφεθείτε και οι δύο, θα βουλιάξετε στο αίμα και κανείς δεν θα αντέξει. Σκέψου τι νιώθεις όταν σηκώνεσαι και στέκεσαι στη μέση του διαδρόμου. Δεν θα έχεις καν την επιλογή του στρώματος».
Δεν απάντησε. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του. Άρχισε να νιώθει εκείνη τη ζαλάδα, να νιώθει τα νύχια του να ακουμπούν το πηκτό υγρό. Μούγκρισε. Η Ιζαμπέλα κουνήθηκε μέσα στον ύπνο της και κουλουριάστηκε πιο σφικτά. Έβγαλε μικρούς λυγμούς από το όνειρό της και ύστερα ησύχασε πάλι.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

I


«Όταν ξύπνησα, βρήκα ένα έγγραφο στον υπολογιστή. Μια μεγάλη, λευκή σελίδα, με τίποτα πέρα από ένα

Είσαι καλά



στην άκρη της οθόνης. Δεν θυμόμουν να το έχω γράψει το προηγούμενο βράδυ αλλά προσπάθησα να σκεφτώ όλους τους λόγους που μπορεί να είχα νιώσει την ανάγκη να σιγουρέψω την παραπάνω σκέψη και να την αφήσω γραμμένη κάπου. Το κεφάλι μου άρχισε να περνάει τα ράφια με τις αναμνήσεις και όσες φορές γύριζε στο προηγούμενο βράδυ, υπήρχε πάντα ένα μεγάλο κενό, σαν να είχε σταματήσει η ύπαρξή μου για εκείνα τα δευτερόλεπτα πριν με πάρει ο ύπνος πάνω στο πληκτρολόγιο. Βέβαια, θυμόμουν το ποτήρι και τα αμέτρητα άδεια μπουκάλια ποτών που είχαν δημιουργήσει ένα μικρό προστατευτικό τείχος γύρω μου, και ίσως αυτό να είχε γίνει όντως, να είχα μεθύσει. Αλλά οι δύο λέξεις με ενοχλούσαν. Μπορούσα να το έχω συνεχίσει ή έστω να βάλω τελεία στην πρόταση γιατί κάθε φορά που την διάβαζα, ετοιμαζόμουν για μια συνέχεια σαν να αγνοούσα το υπόλοιπο λευκό της σελίδας. Η απώλεια σημείου στίξης με έκανε να κοκαλώνω απότομα και να κόβω τη σκέψη του αόρατου κειμένου στη μέση. Τι εννοούσα με το

Είσαι καλά



και γιατί δεν μπορούσα να θυμηθώ το παρακάτω; Έβαλα μόνος μου τη τελεία αλλά δεν μου άρεσε. Δεν πήγαινε. Ένιωθα σαν να είχα καταστρέψει δικό μου έργο τέχνης με υπερβολικές διορθώσεις που άρχιζαν να το διαβρώνουν. Πριν παρατήσω τον υπολογιστή και σηκωθώ από το γραφείο, συμπλήρωσα ένα ερωτηματικό (ταίριαζε) και από κάτω, μερικές ώρες αργότερα, απάντησα στον εαυτό μου πως

Είσαι καλά;
Δεν ξέρω!



Αυτό συνεχίστηκε για τον υπόλοιπο χειμώνα. Συνομιλούσα με τον εαυτό μου – κάθε βράδυ μεθούσα και έκανα ερωτήσεις που δεν θυμόμουν το πρωί να έχω γράψει ο ίδιος και τα μεσημέρια ή τα ελεύθερα απογεύματα, απάνταγα. Ο μεθυσμένος εαυτός μου ενδιαφερόταν πολύ για εμένα και σε κάθε απάντηση που έγραφα, ένιωθα σχεδόν καλύτερα για το ότι είχα κάποιον να ξέρει τι γίνεται, τι περνάω, πόσο πονάω και ποιες μέρες έπρεπε να χαμογελάω. Ήταν μια καινούρια ρουτίνα που είχα μπει χωρίς να το καταλάβω, μέχρι να έρθει η άνοιξη και μετά το καλοκαίρι, που αποφάσισα να φύγω από τη πόλη και να πάω διακοπές σε κάποιο νησί. Γύρισα τέλος Αυγούστου, όπου βρήκα τον υπολογιστή να δουλεύει, το ίδιο έγγραφο ανοιγμένο και τη λευκή σελίδα να έχει γεμίσει

Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες
Με άφησες»

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

ρήμα, αντικείμενο;

*υπενθύμιση πως το πρώτο πρόσωπο είναι  υ π ο κ ε ι μ ε ν ι κ ό .


«Αν σκεφτείς πόσες φορές έχουμε πονέσει για ασήμαντα πράγματα, θα τρελαθείς από το ποσοστό ευτυχίας που χάσαμε μόνο και μόνο επειδή μπερδέψαμε κάτι μικρό με κάτι πραγματικά τεράστιο», κλέβει ρουφηξιά από το μισοτελειωμένο τσιγάρο του. «Εντάξει, υποκειμενική η ευτυχία, υποκειμενικό και τι είναι το μεγάλο ή το μικρό για τον καθένα, έτσι;».
Οι άνθρωποι ανάμεσα στην μεγαλύτερη ευτυχία και την μεγαλύτερη δυστυχία πρέπει να διαλέγουν πάντα το δεύτερο, γιατί με το πρώτο ξεχνάνε… ξεχνάνε πολλά. Αυτή είναι η λογική του. «Ναι… Δεν σου αρέσουν πολύ οι άνθρωποι, ε; Σε έχω κόψει εγώ, δεν φαίνεσαι σαν τους άλλους». Κόψτο το ρημάδι, κοιτάζω την μικρή φωτιά ανάμεσα στον καπνό, τις στάχτες και σκέφτομαι πως αυτό θα τον σκοτώσει, αν όχι κανένας καβγάς στις τρεις τα ξημερώματα σε κάποιο απομακρυσμένο μπαρ.
«Εσένα σ’ αρέσουν;», ρωτάει και κοιτάζει τα αστέρια – όχι ότι φαίνονται μπλεγμένα με τα φώτα της πόλης, αλλά βρίσκει κάτι ενδιαφέρον στο να κοιτάει εκεί πάνω.
«Οι άνθρωποι εμένα… δεν ξέρω, με εξιτάρουν. Περίεργα πλάσματα, μαλάκες οι περισσότεροι, το ξέρω, αλλά έχουμε δρόμο μπροστά μας. Είμαστε ικανοί, αλλά διαλέγουμε την διαστροφή. Άσε που υπάρχει και ομορφιά στην διαστροφή, αλλά…», παίρνω μια γρήγορη ανάσα. «Άσε, ας μην το ανοίξω το θέμα».
«Η διαστροφή. Ξέρεις. Κι αυτή υποκειμενική», δεν ξεκολλάει τα μάτια του από τον ουρανό.
«Όλα υποκειμενικά με εσένα».
«Γιατί, δεν είναι; Δηλαδή, δεν ξέρω αν είναι, αλλά θα έπρεπε. Είμαστε άτομα γεννημένα για να έχουμε διαφορετικά στοιχεία ο καθένας, και επειδή φοβόμαστε το ‘άλλο’, καταλήξαμε να ομαδοποιούμε τα πάντα, κλίκες. Το να είναι κάτι υποκειμενικό σημαίνει ότι υπάρχουν αρκετές διαφορετικές γνώμες για να το κατατάξουν έτσι».
Με κάνει να σκάσω για λίγο και εισπνέω τον καπνό από αυτόν και άλλους καπνιστές που κάθονται σε διπλανά παγκάκια. Κάνει ψοφόκρυο και σχηματίζω συννεφάκια μπροστά μου. «Βρίσκω το συναίσθημα του να είσαι ανάμεσα σε δικούς σου θερμό. Μοναδικό, αν θες», λέω τελικά.
«Θεωρείς κάποιον δικό σου επειδή είναι ίδιος με εσένα;», γυρίζει την προσοχή του σε εμένα. «Η μάνα σου δηλαδή που σου τα πρήζει για τα πεταμένα σώβρακα σε κάθε γωνία του δωματίου, δεν είναι δικιά σου; Ο πατέρας σου είμαι σίγουρος δεν ακούει την ίδια μουσική με εσένα, ο μικρός σου αδερφός κι αυτός στον κόσμο του. Δικοί σου δεν είναι;».
«Μιλάς για εξωτερικά χαρακτηριστικά τώρα»
«Απλά φοβάσαι την πιθανότητα να μην είναι ίδιοι με εσένα, επειδή είναι οικογένειά σου»
«Δεν καταλαβαίνω;»
Πάει να πει κάτι αλλά κλείνει το στόμα του. Τελειώνει το τσιγάρο του και το πετάει δίπλα στο παπούτσι του για να το σβήσει. «Για να απαντήσω στην εκτίμησή σου, έχεις δίκιο, δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι».
Το ξέρω. «Σημαδεύτηκες από κάποιον και άρχισες να βλέπεις αλλιώς τον κόσμο;», δεν θέλω να ακουστεί τόσο ειρωνικό, αλλά ακούγεται, και στο τέλος το δέχομαι.
«Δεν χρειάζεται να με χαϊδεύει ο αγαπημένος μου θείος σε κρυφά σημεία για να αρχίσω να βλέπω με άλλο μάτι τα γεγονότα γύρω μου», ακουμπάει πίσω. «Απλά δεν μου αρέσει όλο αυτό», κάνει μια γενική κίνηση με το κεφάλι του.
«Το πάρκο;»
«Τα πάντα»
«Σου αρέσει το τσιγάρο», του θυμίζω.
«Ε, εντάξει, υποκειμενικό». Γελάει στην νευριασμένη έκφρασή μου. «Ναι, μου αρέσει το τσιγάρο».
«Κάτι κάνανε σωστά οι άνθρωποι, δηλαδή»
Ανασηκώνει τους ώμους του. Ξανακοιτάει προς τα πάνω, χαλαρώνει. «Μια στο τόσο».
Κάνω πως χαλαρώνω κι εγώ. Συνεχίζω να κρυώνω, να μισώ το πακέτο τσιγάρων στη τσέπη του… «Γιατί κοιτάς συνέχεια τον ουρανό;»
Κατεβάζει το κεφάλι του. «Την τύπισσα στον τέταρτο όροφο που ξεντύνεται βλέπω».


Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

The Charmer .::1::.


Προσπαθώ να αντισταθώ αλλά η φωνή του είναι το μόνο όριο που έχω. Δεν μ’ αρέσουν τα όρια, θέλω να είμαι ελεύθερη, να έχω την δυνατότητα να σταματήσω ή να αρχίσω μόνη μου ∙ όποτε το θέλω, όπως το θέλω. Ο ψίθυρός του όμως, συνέχεια εκεί, το ίδιο σταθερό μοτίβο, ή ίδια καθησυχαστική μελωδία να μου λέει να μη συλλογιστώ κάτι πέρα από τα δικά του λόγια και αποκλειστικά τις δικιές του εντολές.
Και το κάνω. Δεν ακούω τίποτα άλλο, ή τουλάχιστον δεν δίνω σημασία σε οτιδήποτε πέρα από αυτόν, γιατί εκείνος είναι σημαντικός και αξίζει παραπάνω από οτιδήποτε, κι εκείνος χαίρεται και είναι πραγματικά χαρούμενος μαζί μου και όχι με κάποιον άλλον. Τον κάνω εγώ χαρούμενη και θα συνεχίσω να τον υπακούω, αν αυτό σημαίνει πως θα με ακουμπήσει έστω λίγο περισσότερο, πως μερικά λεπτά από την πολύτιμη ζωή του θα είναι αφιερωμένα σε εμένα, πάνω μου, χαρισμένα από εκείνον.
Χαμογελάω, γιατί η λεπίδα που κρατάω στο χέρι μου δείχνει πανέμορφη κάτω από το λιγοστό φως του δωματίου. Πριν λίγα δεύτερα μου ζήτησε να την σηκώσω από το έδαφος, και τώρα, γονατισμένη, είμαι έτοιμη να ακούσω την επόμενη ομάδα λέξεων, τον σχηματισμό της τελευταίας πρότασης, την ολοκλήρωση αυτής τη συνάντησης. Ευτυχώς με πλησιάζει, αργά, δεν λέει κάτι αμέσως και γονατίζει μπροστά μου, για να έχει το ίδιο ύψος με τα μάτια μου. Πιάνει το πρόσωπό μου στα δύο του χέρια και δακρύζω από χαρά όταν αντικρίζω τα λαμπερά του μάτια. Είναι πάλι χαρούμενος, παρατηρώ, και ενθουσιάζομαι περισσότερο κι εγώ. Γελάω, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν είναι μόνο στο κεφάλι μου. Πλησιάζει τα χείλη του κοντά στα δικά μου, και πριν μου δώσει ένα απαλό άγγιγμα από τη ψυχή του, μου ψιθυρίζει, «Πέρασε τη λεπίδα από τον λαιμό σου, αγάπη μου», και το μυαλό μου είναι θολωμένο και η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, γιατί με είπε αγάπη του. Είμαι δική του.
Δεν χρειάζεται να το πει δεύτερη φορά και τον υπακούω. Τα δάχτυλά μου τρέμουν, αλλά το δικαιολογώ στην κατάσταση έκστασης μου. Αφήνει το πρόσωπό μου μεθοδικά και συνεχίζει να παρακολουθεί τις κινήσεις μου, ανυπόμονος να κάνω τις διαταγές πράξη. Η λεπίδα φτάνει σε απόσταση αναπνοής από το σώμα μου και λίγο πριν τον χάσω, του λέω σιγανά, «Σ’ αγαπάω», αφήνοντας την κόκκινη πηχτή γραμμή να διασχίσει επιτέλους από την μία άκρη έως την άλλη το δέρμα μου, βαθιά.
Στην νέα μου κατάσταση, έχω τη δυνατότητα να διαβάσω τις σκέψεις του. Η τελευταία ήταν περισσότερο υποφερτή από τις προηγούμενες, μαλώνει τον εαυτό του σαν να είναι δικό του λάθος, ή σαν να απέκτησε ξαφνικά κάποιο μεγάλο ελάττωμα, την στιγμή που άφησε τον εαυτό του ελεύθερο να με συμπαθήσει περισσότερο από την τελευταία κοπέλα. Καθαρίζει την λεπίδα που χρησιμοποίησα δεύτερα πριν, από το αίμα. Παίρνει το πάσο του, δεν βιάζεται. Τα μάτια του πέφτουν στο σώμα μου, όχι εκεί που είμαι τώρα όμως – όρθια δίπλα του, αλλά εκεί όπου βρίσκεται το νεκρό σώμα μου, με κομμένο λαιμό, στο πάτωμα απέναντί του. Δεν νιώθει ενοχές. Δεν νιώθει τίποτα. Αμέσως μετά υπόσχεται πως στο επόμενο κυνήγι θα γυρίσει πάλι στις καλομαθημένες, βολικές, ηλίθιες και προπάντων ευκολόπιστες γυναίκες, που δεν κάνουν την δουλειά του πιο δύσκολη. Μένω λίγο έκπληκτη που έπρεπε να βρει το κουράγιο για να σκοτώσει εμένα. Γιατί η Εμένα δεν είναι σημαντική και γιατί η Εμένα δεν ξεχωρίζει.
«Μην ανησυχείς», ακούγεται μια φωνή και για λίγο φοβάμαι πως ξέρει ότι είμαι ακόμα εκεί και θα μου κάνει κακό, γιατί πλέον προφανώς δεν με αγαπάει και δεν έχω αξία για αυτόν. Όταν γυρίζω την πλάτη μου, ευτυχώς ένας άλλος άντρας με κοιτάει, καθισμένος στο πάτωμα, σε μία από τις κυριολεκτικά μόνο τέσσερις γωνίες του μικρού δωματίου, με τη πλάτη του να ακουμπάει στον μουχλιασμένο τοίχο που πριν δεν είχα παρατηρήσει. Είναι κουρασμένος, νιώθω. Οι σκιές καλύπτουν μεγάλο μέρος του προσώπου του αλλά καταλαβαίνω πως με κοιτάει χωρίς να έχει ίχνος άγχους στα μάτια του, πέρα από μία γεύση της παλιάς του ζωής, που τώρα έχει αρχίσει να χάνεται σιγά-σιγά. «Το παθαίνουν συχνά», ξαναμιλάει.
Κρατάω επιφυλακτική στάση και προσπαθώ να μείνω αρκετά μακριά του. «Ποιοι παθαίνουν τι;», ρωτάω περισσότερο εχθρικά από ότι θα έπρεπε να φέρομαι σε κάποιον άγνωστο που τουλάχιστον εκείνος δεν με είχε αναγκάσει να αυτοκτονήσω.
Γελάει χαμηλόφωνα. «Κανείς δεν σε ανάγκασε να κάνεις τίποτα», λέει σαν να σχολιάζει τις σκέψεις μου και ύστερα απαντάει στην προηγούμενη ερώτησή μου. «Όλες όσες τον εμπιστεύονται», κάνει ένα νεύμα με το βλέμμα του να μετακινείται για λίγο πίσω από τον ώμο μου, εκεί που βρίσκεται ακόμα ο άντρας. «Δεν είσαι η πρώτη. Μην ανησυχείς», επαναλαμβάνει.
Νιώθω το σώμα μου να αρχίζει να καίει, το πρόσωπό μου να κοκκινίζει, η καρδιά μου να πάλετε με δύναμη κάτω από το στήθος μου. Έχω την ανάγκη να χτυπήσω κάτι. Θέλω να τον βρίσω, αλλά δεν βρίσκω λόγο που πρέπει να το κάνω, ούτε έχω κάτι να του φωνάξω. Το καταλαβαίνει – δεν ξέρω πως, αλλά το κάνει. Και όταν έρχεται νέο κύμα, καταλήγω να βγάζω έναν ήχο από τον λαιμό μου, σαν να τα παρατάω και σηκώνω τα χέρια μου στον αέρα, προσπαθώντας να εξωτερικεύσω τα νεύρα μου, την ζήλια μου, την αγανάκτησή μου, την λύπη πως πλέον όλα αλλάζουν.
«Δεν με ξέρεις», λέω τελικά και του γυρίζω την πλάτη. Δεν κοιτάω μπροστά μου, αλλά κλείνω τα μάτια σφικτά γιατί έτσι κανένα θέαμα δεν θα μπορέσει να με πονέσει παραπάνω. «Δεν ξέρεις ποια είμαι για να μιλάς».
Γελάει. Ακούω το γέλιο του και προς στιγμή σχηματίζω την εικόνα ενός ανώριμου παιδιού που ενώ ξέρει ότι ο μεγάλος έχει δίκιο, χωρίς να βρει κάτι έξυπνο να απαντήσει, απλά γελάει. «Νομίζω πως έμαθα αρκετά όση ώρα σε έβλεπα να τον υπακούς», μιλάει με αυτάρεσκο τόνο. Κάτι άλλο κουνιέται, νομίζω έχει σηκωθεί από το πάτωμα και παίρνει μερικά βήματα προς το μέρος μου. Μόλις φτάνει κοντά, στέκεται δίπλα μου. «Σε ξέρω παραπάνω από ότι γνωρίζεις εσύ εκείνον», η φωνή του είναι πιο κοντά τώρα.
Σκέφτομαι κάτι κακό για αυτόν και το πιάνει.
«Μην το κάνεις αυτό», του λέω νευριασμένα. Ανοίγω τα μάτια μου μόνο και μόνο για να τον αντικρίσω. Βρισκόμαστε σχεδόν κάτω από το φως, οπότε τα χαρακτηριστικά του είναι περισσότερο ευδιάκριτα τώρα. Έχει ένα μεγάλο κόψιμο στο αριστερό μάγουλό του και φαίνεται βαθύ, πρόσφατο, πολύ πρόσφατο, γιατί το αίμα δεν έχει ξεραθεί ακόμα. Ο ιδρώτας έχει αναγκάσει μερικές καστανόξανθες τούφες από τα όχι και τόσο κοντά μαλλιά του να κολλήσουν σε μερικά σημεία του προσώπου του και υπάρχουν μερικές βρωμιές από χώμα στο πιγούνι, το μέτωπο και κάτω από τα μάτια του. Φαίνεται ταλαιπωρημένος.
 «Μην κάνω τι;», ρωτάει και με επεξεργάζεται κι εκείνος. Κάνει σίγουρα λιγότερη ώρα από εμένα και με αρκετά χαμηλότερο ενδιαφέρον.
«Μην διαβάζεις τις σκέψεις μου», του εξηγώ. «Θα το εκτιμούσα αφάνταστα».                 
Ανοιγοκλείνει τις βλεφαρίδες του μερικές φορές, έχοντας κενό βλέμμα. Συνοφρυώνεται για δύο δεύτερα και μετά βλέπω την έκφραση του να αλλάζει απότομα, σαν να έχει μόλις συλλογιστεί για πρέπει να τον ενδιαφέρει η γνώμη μου. «Ήταν καλύτερα όσο ήσουν σκύλα του», μουρμουρίζει ξεφυσώντας, και αρχίζει να περπατάει πίσω από τον άντρα που μόλις έχει αρχίσει να φεύγει από το δωμάτιο. Χωρίς να γυρίσει πίσω, μου κάνει μία κίνηση με το χέρι του να τον ακολουθήσω. «Κουνήσου, έχουμε δουλειά να κάνουμε», λέει απότομα, χωρίς να μου δίνει επιλογές άρνησης. 


***


Έπιασε το πρόσωπό του ξένου και το ένιωσε ζεστό κάτω από τα δάχτυλά της. «Είσαι απαλός», του είπε. Τον κοίταξε μέσα στα μάτια και προσπάθησε να θυμηθεί. Να θυμηθεί γιατί είχε το δικαίωμα να τον ακουμπάει και γιατί αυτός την άφηνε να ασκήσει αυτό το δικαίωμα πάνω του. «Δεν σε ξέρω, όμως», ξαναμίλησε, παίρνοντας το χέρι της από πάνω του. Έκανε ένα βήμα πίσω, αργό, να μην φοβίσει τον ίδιο της τον εαυτό. «Συγνώμη».
Ο ξένος προσπάθησε να χαμογελάσει και απέτυχε με μια σκιά στα χείλη του. Κατάπιε δυνατά, προσπάθησε να μη δείξει τους λυγμούς που ένιωθε στο βάθος του λαιμού του. «Όχι, με ξέρεις», είπε βραχνά, με τη φωνή του να είναι σχεδόν ψίθυρος. Σιγουριά στα λόγια, για τέτοια αδυναμία που ένιωθε. «Αλήθεια. Με ξέρεις. Εγώ σε θυμάμαι».
«Εγώ όχι».
Δεν είπε κάτι.
Τον κοίταξε – παραπονέθηκε μέσα της που εκείνος δεν έκανε βήμα να καλύψει την απόσταση. Ξεφύσησε συνωμοτικά στο κεφάλι της. Άπλωσε πάλι το χέρι της και τον ακούμπησε. Δεν της είπε τίποτα, μόνο η έκφρασή του άλλαξε λίγο επειδή άρχισε να δαγκώνει τα μάγουλά του, να κρατηθεί.


***


 «Είχες πει πως δεν θα ξαναγίνει, Elle», λέει νευριασμένα εκείνος και την κοιτάει εξαγριωμένος κάτω από τα συνοφρυωμένα φρύδια του. «Έτσι δεν είναι; Αυτό δεν είχες πει; Πως δεν θα ξαναγίνει», συνεχίζει και νιώθει τα νεύρα κάτω από το δέρμα του να τεντώνονται περισσότερο. Μισεί αυτό το συναίσθημα. Μισεί να είναι εκτός ελέγχου, μισεί να μην είναι ήρεμος, μισεί πως βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση. Μισεί.
«Χαλάρωσε», του λέει ήρεμα εκείνη και ρίχνει λίγο ουίσκι στο ποτήρι της. Του έχει γυρισμένη την τέλεια πλάτη της και τα μακριά μπούκλες ξανθά μαλλιά της την καλύπτουν, είτε γιατί νιώθει άβολα με το να τον κοιτάει κατευθείαν, ή επειδή δεν έχει λόγο να πάρει στα σοβαρά την συζήτηση. Σύμφωνα με τις σκέψεις τις, όλα θα πάνε καλά, τίποτα δεν είναι στραβό, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. «Δεν θα γίνει κάτι για μία ακόμα φορά και θα κερδίσουμε πολλά από όλο αυτό». Γυρίζει το σώμα της και του χαμογελάει. «Πέρασε τόσος καιρός και θα κάνεις πίσω τώρα;», τονίζει το τώρα, γιατί ο χρόνος παίζει ρόλο στα σχέδιά τους και είναι σημαντικό να του θυμίζει όλες εκείνες τις άπειρες ώρες υπομονής. «Έλα τώρα, Caleb», γελάει κάτω από την γουλιά που μόλις έχει κατεβάσει.
Ο άντρας νιώθει για λίγο ένα μεγάλο κενό εκεί που άκουσε το όνομά του. Δεν το αναγνωρίζει πλέον, δεν είναι μέρος της ύπαρξής του. Νιώθει σαν η γυναίκα να έχει μόλις αναφερθεί σε κάποιο άλλο άτομο στο δωμάτιο, αλλά οι πληροφορίες συγκεντρώνονται σιγά-σιγά –- δεν υπάρχει κανείς άλλος πέρα από εκείνη και εκείνον. Οπότε αναφέρεται σε αυτόν.
«Μην με λες έτσι», της κάνει μετά από λίγο και φαίνεται λίγο άβολα από την ξαφνική αλλαγή στη στάση του σώματός του. Προσπαθεί να μην το δείξει.
Η Elle σηκώνει τους ώμους της και κουνάει με μεθοδικές κινήσεις το ποτήρι της. «Χρειάζεσαι ένα όνομα για τον έξω κόσμο, όμορφε», λέει και πίνει το τελευταίο περιεχόμενο του ποτού της.
Ο Caleb κουνάει αρνητικά το κεφάλι του και την αγριοκοιτάζει πάλι. «Κανείς δεν έχει ζητήσει ποτέ το όνομά μου. Δεν χρειάζεται να το ξαναναφέρεις», της λέει κάτω από τα δόντια του.
Ξαναγελάει η γυναίκα. «Όπως θες». Παίρνει μερικά βήματα προς το μέρος του και όταν είναι αρκετά κοντά, του χαϊδεύει απαλά το μάγουλο με τις άκρες των δαχτύλων της. Επεξεργάζεται το σχεδόν τέλεια συμμετρικό πρόσωπό του. Ο άντρας έχει σταρένιο δέρμα, σκούρο καστανά μαλλιά μιας απαλής, γήινης απόχρωσης, κοντά και ατημέλητα, έντονα σκούρο πράσινο μάτια. Οι μυς του διαγράφονται κάτω από τα ρούχα του και αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους που αν δεν τον ήξερε, θα έλεγε πως είναι απόλυτα υγιείς… και πανέμορφος. Στα δικά της μάτια φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν είναι. Μερικές φορές τον βρίσκει αποκρουστικό. Δεν αναφέρει κάτι, όμως. «Αλλά πρέπει να το κάνεις…», του λέει με χαμηλόφωνη φωνή, μετά από λίγο. Ένα σχεδόν νιαούρισμα μίας επικίνδυνης γάτας.
Το κεφάλι του τού λέει να πει όχι. Του το φωνάζει. Η καρδιά του ουρλιάζει να ξεκουμπιστεί από εκεί πέρα, πως όλο αυτό δεν θα τελειώσει καλά και πως μερικές φορές πρέπει να κάνεις πίσω, ακόμα και αν θυσιαστούν στόχοι που δούλεψες σκληρά για χάρη τους. Για χάρη της.
Έχουν γίνει τόσα πολλά. Τόσος πολύς καιρός. Θα έπρεπε να τελειώνει με αυτή την ιστορία, να σταματήσει η παράσταση, επιτέλους οι ηθοποιοί να ξεκουραστούν από τους ρόλους τους. Να τους ξεχάσουν. Αλλά όχι. Στριφογυρίζει τα μάτια του, αντί να αρνηθεί. Ξεφυσάει. «Τελευταία φορά στη Νέα Υόρκη», μουρμουρίζει.
«Τελευταία», του υπόσχεται παιχνιδιάρικα.
«Και μετά φεύγουμε», επιμένει.
«Και μετά φεύγουμε», συμφωνεί κι εκείνη. Ανοίγει λίγο με τα χέρια της τα πρώτα κουμπιά του πουκάμισού του. Του χαϊδεύει με αγάπη το στήθος. Κρατάει στην παλάμη της το μενταγιόν του άντρα, εκείνο που χρόνια πριν την είχε τραβήξει πάνω του, μια μικρή χρυσαφένια πλάκα που στο κέντρο της φαίνεται να κρατάει ένα άδειο, νεκρό φιαλίδιο. Δεν λάμπει – και είναι άχρηστο όσο δεν λάμπει, αλλά ξέρει πως σε λίγο θα φωτίζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Γεμίζει περηφάνια, χαρά, ευχαρίστηση, λίγο ηδονή κιόλας. «Now I return to my distraught shell, the masque of falseness has taunted me well», αρχίζει να ψελλίζει μερικούς στίχους από ένα τραγούδι. «The Charmer is laughing, has left me to die…», τον κοιτάει κατάματα κι εκείνος ανταποδίδει το βαθύ βλέμμα. Και οι δύο χαμογελάνε πολύ πλατιά τώρα, ο ένας να το εννοεί λιγότερο από τον άλλο. «…Deceived with power, I've swallowed the lie». 


***


«Λοιπόν, τι θα κάνουμε;», τον ρώτησε τελικά και κράτησε το βλέμμα της μέσα στο δικό του. Της ήταν εύκολο. Εκείνος από την άλλη φαινόταν να μην μπορεί να τη κοιτάει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τον βοηθούσε όμως που είχαν τα χέρια τους μπλεγμένα ανάμεσα στα σώματά τους. Σώματα πολύ κοντά και κανείς δεν φαινόταν να θέλει να φύγει. Ούτε εκείνη ήθελε. Δεν ήταν μόνος του σε αυτή την επιλογή.
«Τι εννοείς;», είπε βραχνά. Οι σκέψεις του (περίπλοκες, ψυχοφθόρες σκέψεις) δεν τον άφηναν να έχει πολύ χώρο για να επεξεργαστεί πράγματα.
Του χαμογέλασε, το ίδιο χαμόγελο που είχε χρησιμοποιήσει κάποιες μέρες πριν για να δείξει στο νήπιο της αδερφής της πως δεν την πείραξε που ζωγράφισε τους τοίχους. «Πρέπει κάτι να κάνουμε, σωστά;», μουρμούρισε γλυκά. «Για την κατάστασή μας. Κάτι πρέπει να κάνουμε».
Τα μάτια του έπιασαν υγρασία. Ήταν αντανακλαστικό που δεν μπόρεσε να κρατήσει. Δεν ήξερε αν εκείνη μπορούσε να τον δει. Ευχήθηκε το σκοτάδι να ήταν αρκετό για να καλύψει την αδυναμία του. «Νομίζω δεν έχουμε πλέον κατάσταση», η φωνή του βγήκε αδύναμη και αποφάσισε πως δεν άξιζε να παλεύει την επαφή με τα μάτια. Ξεκούρασε το βλέμμα του στα κουμπιά του παλτού της. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, αλλά το κρύο ήταν αισθητό εδώ και ώρα.
Έσφιξε τα χέρια της πάνω από τα δικά του και προσπάθησε να τα ζεστάνει.


***


Ο καπνός έφυγε από τα χείλη του και με μεθοδικές κινήσεις, σχεδόν σαν λικνίσματα, άρχισε να ανεβαίνει προς τον ουρανό. Είδε την παχιά στρώση καρκίνου να εξαφανίζεται μέσα στο γκρίζο καιρό και να γίνεται ένα με τα σύννεφα. Σκέφτηκε πως πονάει, και το στήθος του ανέβηκε με δυσκολία για άλλη μία ανάσα. Κάτι οξύ ενοχλούσε το στομάχι του, ύστερα κάτι ανακατεύτηκε εκεί μέσα και στο τέλος βρήκε τον εαυτό του να κάνει εμετό στις αρχές ενός μικρού δρόμου που έβγαινε σε αδιέξοδο. Έφτυσε δύο φορές ακόμα και έβρισε τον Θεό. Σκούπισε το στόμα του με την ανάστροφη της παλάμης του, πιάνοντας την ίδια στιγμή με το άλλο του χέρι ένα μικρό σπασμένο τελάρο δίπλα στον ξεχειλισμένο κάδο. Έκατσε στο χαλασμένο πλαστικό και κάλυψε τον εαυτό του με τις σκιές του μονοπατιού ∙ να μπορεί να βλέπει το πεζοδρόμιο και τον κεντρικό δρόμο, αλλά να παραμένει αόρατος.
Είδε τους ανθρώπους να τρέχουν βιαστικά και ύστερα πρόσεξε τα τέρατα στον δρόμο δίπλα τους, είτε να περιμένουν ανυπόμονα το σωστό χρώμα στο φανάρι ή να παραβιάζουν κανόνες, κινδυνεύοντας να κατασπαράξουν τους ανθρώπους που περνούσαν πάνω-κάτω τις διαβάσεις. Ο ήχος που βγήκε από το βάθος του λαιμού του ήταν ό,τι κοντινότερο σε γέλιο και ύστερα ο βήχας του έκοψε το τρένο των σκέψεών του. Όταν μπόρεσε να σκεφτεί πάλι καθαρά, σταμάτησε το χέρι του στον αέρα, την στιγμή που ήταν έτοιμο να αρπάξει το πακέτο από την τσέπη του. Είχε όρεξη να ανάψει πέντε τσιγάρα την ίδια στιγμή και να καταπιεί τον θάνατο χωρίς δισταγμό, αλλά λιγόστευαν οι μπάρες ελευθερίες στο βάθος του παλτού του, και έπρεπε να προσέχει την κατανάλωση.
Έβαλε το αντίθετο του χέρι στην άλλη τσέπη και έβγαλε μια χιλιοδιπλωμένη και σπασμένη σε πολλά σημεία φωτογραφία από μέσα. Χαμογέλασε στον εαυτό του όσο κοίταζε για πολλοστή φορά το περιεχόμενο της. Υπήρχε στο κάτω μέρος, προς τα δεξιά, μια μικροσκοπική σειρά από καλλιγραφικά γράμματα. Μπόρεσε (πόσες φορές είχε μπορέσει, άραγε) να διαβάσει το, Θα έκανα τα πάντα για εσένα, που είχε στολίσει καλλιτεχνικά το πορτρέτο. Τον πείραζε πάντα αυτή η πρόταση. Του φαινόταν λάθος η επιλογή των λέξεων και πάνω από όλα, το νόημα. Κανένας άνθρωπος δεν ήταν ικανός να κάνει τα πάντα. Ίσως σε ένα σημείο να υπήρχε χώρος συζήτησης, αλλά το πάντα καθ’ αυτό κόντευε τη βλασφημία. Και τι ήταν αυτό το Θα έκανα; Γιατί να μην είναι Θα κάνω, ή τουλάχιστον Θα προσπαθήσω;
Τσαλάκωσε απότομα τη φωτογραφία στη παλάμη του και έχοντας τη κάνει μπάλα, τη πέταξε στη μέση του μουσκεμένου δρόμου, νευριασμένος. Έπιασε χούφτες τα μαλλιά του και άρχισε να τα τραβάει, πηγαίνοντας μπρος-πίσω στη θέση του. Κοπάνησε το χέρι του στον τοίχο, μετά έριξε κλωτσιές στον αέρα, χωρίς να αφήσει το τελάρο. Πήρε μισή ανάσα. Έκατσε να δει μερικά αυτοκίνητα να ποδοπατάνε τη φωτογραφία και ύστερα ξεφύσησε, παρετημένος. Σηκώθηκε αργά, και με ήρεμα βήματα πλησίασε τον δρόμο, σταματώντας τη κυκλοφορία. Ο ταξιτζής άρχιζε να του κορνάρει και να βρίζει σε μια γλώσσα της Μέσης Ανατολής. Περαστικοί σταμάτησαν απλά από περιέργεια. Πήρε πάλι πίσω τη φωτογραφία και επέστρεψε στις σκιές, χωρίς να κάτσει κάτω. Ο κόσμος των τεράτων συνέχισε πάλι αμέριμνος.
«Τι θα κάνω με εσένα;», ψιθύρισε πονεμένα στο χαλασμένο πλαστικό. Το ξεδίπλωσε, το έστρωσε, βεβαιώθηκε ότι δεν είχε πάθει μεγαλύτερη ζημιά και το ξαναέβαλε στη θέση του. Πριν φύγει από το δρομάκι, αποφάσισε πως η περίσταση απλά ζήταγε για τα πέντε εκείνα τσιγάρα.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ξεθώριασμα




rainclouds come to play

Δεν κλαις αρκετά, είπε η πρώτη σκέψη που ξεχύθηκε στο δωμάτιο. Το οποίο είναι αρκετά περίεργο γιατί περνάς ολόκληρες περιόδους που δεν μπορείς να μην κλάψεις. Αλλά ναι, δεν κλαις αρκετά. Τελευταία.

she’s not breathing

Θέλεις να κλαίω περισσότερο; ρώτησε η δεύτερη σκέψη και κολύμπησε στο μαύρο του ταβανιού. Συνάντησε τη πρώτη σκέψη και στάθηκε δίπλα της. Δεν σου άρεσε όταν έκλαιγα. Με έλεγες αδύναμη, κλαψιάρα, πως το παραμικρό με ενοχλεί και πρέπει να μάθω να είμαι δυνατή.

don’t try to fix me

Ήσουν κλαψιάρα, παραδέχτηκε η σκέψη και έκανε μία στροφή γύρω από τον εαυτό της. Αλλά είσαι πολύ ήσυχη τις τελευταίες μέρες, εβδομάδες. Δεν λέω πως μου έλλειψε ή ότι μου αρέσει, αλλά γιατί δεν κλαις;

I am the lie

Εεε.., η δεύτερη σκέψη τραβήχτηκε παραπέρα. Έκανε πως έψαχνε με ενδιαφέρον μέσα στο σκοτάδι και στις σκιές. Βαρέθηκα. Λίγο.

you can hide

Γιατί;

don’t cry

Είμαι κουρασμένη μάλλον. Γιατί ρωτάς;, γύρισε πάλι προς την αρχική σκέψη και περίμενε υπομονετικά απάντηση.

not sleeping

Αν είχε ώμους ή χέρια, θα τα σήκωνε, αλλά η σκέψη κούνησε την μικρή ύπαρξή της, Ω. Τίποτα, και κολύμπησε γρήγορα πάλι από εκεί που είχε έρθει.

hello

Η δεύτερη σκέψη έμεινε λίγο παραπάνω κοντά στο ταβάνι. Εντάξει…, μουρμούρισε και εξαφάνισε τον εαυτό της.

I’m still here…




Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Φιλικοί Επιπλέοντες


«To 1992, ένα κοντέινερ έπεσε στον ωκεανό στον δρόμο του από την Κίνα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, χάνοντας 29,000 πλαστικά παπάκια στον Ειρηνικό Ωκεανό. Δέκα μήνες αργότερα, το πρώτο από αυτά τα πλαστικά παπάκια ξεβράστηκε στις ακτές της Αλάσκας. Από τότε, αυτές οι πάπιες έχουν βρεθεί στη Χαβάη, Νότια Αμερική, Αυστραλία, και ταξιδεύουν αργά στο εσωτερικό του πάγου της Αρκτικής.
Παρόλα αυτά, 2,000 από τις πάπιες παγιδεύτηκαν στην Βόρεια Ειρηνική Δίνη – μια δίνη ρευμάτων, τα οποία ρεύματα μετακινούνται ανάμεσα στην Ιαπωνία, Αλάσκα, Βορειοδυτικά του Ειρηνικού και στα νησιά Aleutian. Αντικείμενα που πιάνονται στη δίνη, συνήθως παραμένουν εκεί μέσα. Καταδικασμένα να ταξιδεύουν στην ίδια πορεία, για πάντα κάνοντας κύκλους στα ίδια νερά… αλλά όχι πάντα. Τα μονοπάτια τους μπορούν να αλλάξουν από μια αλλαγή στον καιρό, μια καταιγίδα στη θάλασσα, μια τυχαία συνάντηση με ένα κοπάδι από φάλαινες.
Είκοσι χρόνια από τότε που τα πλαστικά παπάκια χάθηκαν στην θάλασσα, συνεχίζουν να εμφανίζονται στις παραλίες ολόκληρου του κόσμου. Ο αριθμός των παπιών στη δίνη έχει μειωθεί, το οποίο σημαίνει ότι είναι δυνατόν να ελευθερωθούν, ακόμα και έχοντας μετά από χρόνια συνεχίσει τους ίδιους κύκλους, στα ίδια νερά. Είναι δυνατόν να βρουν έναν τρόπο προς την ακτή.

[…]

Υπάρχουν 31, 530, 000 δευτερόλεπτα μέσα σε έναν χρόνο, χίλια χιλιοστά του δευτερολέπτου σε ένα δεύτερο, ένα εκατομμύριο μικροδευτερόλεπτα, ένα δισεκατομμύριο νανοδευτερόλεπτα, και η μία σταθερή σύνδεση ανάμεσα στα νανοδευτερόλεπτα με τα χρόνια, είναι η αλλαγή. Το σύμπαν, από τα άτομα μέχρι και τον γαλαξία, βρίσκεται σε διαρκή κατάσταση ρευστότητας. Αλλά εμείς οι άνθρωποι δεν συμπαθούμε την αλλαγή – την πολεμάμε, μας φοβίζει. Έτσι, δημιουργούμε την παραίσθηση της στάσης. Θέλουμε να πιστεύουμε σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας, τον κόσμο του τώρα, που παρόλα αυτά, το μεγάλο παράδοξο παραμένει το ίδιο. Την στιγμή που αρπάζουμε το τώρα, το τώρα έχει φύγει. Κρεμόμαστε από στιγμιότυπα, αλλά η ζωή κινεί εικόνες, κάθε νανοδευτερόλεπτο διαφορετικό από το τελευταίο. Ο χρόνος μάς αναγκάζει να ωριμάσουμε, να προσαρμοστούμε, επειδή κάθε φορά που ανοιγοκλείνουμε τα μάτια μας, ο κόσμος αλλάζει κάτω από τα πόδια μας. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε νανοδευτερόλεπτο, ο κόσμος αλλάζει. Ηλεκτρόνια συγκρούονται μεταξύ τους και αντιδρούν – άνθρωποι  συγκρούονται και αλλάζουν τη πορεία, ο ένας του άλλου.
Η αλλαγή δεν είναι εύκολη, συνήθως είναι στρεβλή και δύσκολη, αλλά ίσως αυτό είναι κάτι καλό, επειδή η αλλαγή είναι που μας κάνει δυνατούς, μας κρατάει ανθεκτικούς, και μας μαθαίνει να εξελισσόμαστε».


Λόγω της αλλαγής και λόγω των 31, 530, 000 δευτερολέπτων του χρόνου, μαζί με τα νανοδευτερόλεπτα που ακολούθησαν, τα παπάκια άρχισαν να αποχαιρετούν την δίνη και να εμφανίζονται όλο σε περισσότερες ακτές. Έχει ακουστεί πως σε κρίσιμες στιγμές, υπήρξαν άτομα που άλλαξαν ολόκληρες κοσμοθεωρίες, επειδή μπροστά τους εμφανίστηκε ένα πλαστικό παπάκι, μόνο του στην άκρη του νερού, ή αρκετά βαθιά για να μη μπορεί να φτάσει μόνο του την ακτή.

Δεν έχω πάει εδώ και καιρό κοντά σε θάλασσα. 


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Αλλάζεις;


I invite you to a world where there is no such thing as time. Every creature lends themselves to change your state of mind. 
The girl that chased the rabbit, drank the wine, and took the pill.







Αλλάζεις.
Υπάρχουν μερικές σταγόνες από βροχή πάνω στο παράθυρο και σταμάτησε να βρέχει πριν λίγα λεπτά. Δεν πρόλαβε να κάτσει να ακούσει την βροχή με ησυχία ή να παρατηρήσει τον τρόπο που ο ουρανός φαίνεται χαρούμενος μέσα στο σκοτάδι από πυκνά σύννεφα. Ευχήθηκε να μη έρθει ο ήλιος, ούτε να έρθει το γρήγορο σκοτάδι του χειμώνα, αλλά ο ήλιος ήρθε, το σκοτάδι του χειμώνα άργησε λίγο, αλλά ήρθε κι αυτό, και εκείνη δεν έφυγε από το παράθυρο, γιατί ξέχασε αμέσως την ευχή.
Αλλάζεις, με τρομάζεις.
Δεν θυμάται πρόσωπα από την παιδική της ηλικία γιατί ποτέ δεν σήκωσε το βλέμμα της να τους κοιτάξει στα μάτια. Υπήρχε πάντα η αμηχανία ανάμεσα σε μεγαλύτερους ή ίδιας ηλικίας παιδιά πως εκείνοι είχαν το δικαίωμα να τη κοιτάξουν στα μάτια, ενώ εκείνη έπρεπε να υποστεί τη ματιά τους και να κοιτάξει αλλού, επειδή είτε είχε κάνει κάτι λάθος ή ήξεραν το ίδιο καλά με εκείνη πως από τη στιγμή που θα κοιτούσε τα μάτια τους, θα σταμάταγε να ακούει τη συζήτηση και απλά θα τα μελετούσε. Μερικές κλεφτές ματιές είναι τα πρόσωπα μερικών χρόνων πριν.
Αλλάζεις, με τρομάζεις, σε παρακαλώ, σταμάτα.
Αν το σκεφτεί, η ατμόσφαιρα άρχισε πολλά χρόνια πριν να γεμίζει με λάθος αέρα, με οξυγόνο που είχε ίχνη δηλητηρίου, αλλά στην πραγματικότητα μόνο δύο χρόνια πέρασαν. Θα συνεχίσει με την από πάντα θεωρία γιατί είναι πιο εύκολο να εξηγήσει έτσι, όχι πως εξηγεί ποτέ ή ότι το θεωρεί εύκολο, αλλά θα συνεχίσει. Και από την άλλη, το τζάμι έχει στεγνώσει και ο ουρανός δείχνει καλοκαιρινός στη μέση του χειμώνα, αλλά δείχνει τουλάχιστον και αυτό είναι αρκετό για μερικούς. Εκείνη, αντιθέτως, προτιμά τη βροχή. Πρωινά Σαββατοκύριακου, ή μερών αργίας ή αρρώστιας, και όχι καθημερινές. Οι καθημερινές είναι βαρετές, δεν έχουν θέση με τη βροχή.
Αλλάζεις, με τρομάζεις.
Το κρύο δεν το νιώθει όπως οι άλλοι και οι κουβέρτες δεν είναι αρκετές, οπότε τις πετάει. Δεν τρέμει όταν πρέπει, δεν λέει ότι κρυώνει, δεν μουρμουρίζει με κροταλίσματα δοντιών, ούτε όμως αντιμιλάει αν της πουν ότι οι κοντές μπλούζες ανήκουν σε άλλη εποχή, μακριά από τώρα. Δεν καταλαβαίνουν, δεν χρειάζεται να εξηγήσει, αλλά δεν καταλαβαίνουν. Και πάλι δεν χρειάζεται να εξηγήσει, το κρύο είναι ο παγωμένος αέρας για εκείνους, κρύο σπίτι για την ίδια. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει.
Αλλάζεις.
Μερικές  φορές υπάρχει το κούνημα —το μικρό κούνημα— ουράς και επίσης υπάρχει στιγμιαία χαρά, αλλά η ουρά σταματάει να κουνιέται ή κουνιέται προς διαφορετική κατεύθυνση και πότε ήταν η τελευταία φορά που ουρά κουνήθηκε προς εκείνη και δεν άλλαξε αμέσως κατεύθυνση; Γιατί οι ουρές δεν είναι σαν τις σταγόνες στο παράθυρο και δεν κάθονται λίγο παραπάνω, ακόμα και αν σκοπεύουν να εξαφανιστούν με τον ήλιο; Γιατί οι ουρές παύουν να κουνιούνται χαρούμενα, γιατί το μικρό κούνημα μετατράπηκε γρήγορα σε τρεμούλιασμα; Μερικές φορές υπάρχει το κούνημα.
Αλλά σταμάτησες να με τρομάζεις.
Τελικά άκουσε μικρά χτυπήματα στη διπλανή στέγη, όταν σηκώθηκε να πάει στο σαλόνι. Έτρεξε στο παράθυρο, περίμενε, αλλά δεν έβρεξε.

(Με αηδιάζεις.)

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Ο 3ος



Η μουσική που άρχισε να παίζει στον αέρα δεν ήταν δυνατή. Οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν να την ακούσουν, μερικά αυτιά την χάρηκαν, άλλα την αγνόησαν. Το μεγαλύτερο ποσοστό την μίσησε, άρχισε να μιλάει πιο δυνατά, να φύγει η μελωδία από γύρω τους, λες και ήταν αρρώστια. Οι μαύρες φιγούρες πάνω από την κούνια έμειναν ακίνητες, ακόμα και όταν άκουσαν την μουσική. Δεν τους ένοιαζε. Έγιναν ένα με τον φωτισμό του παιδικού δωματίου, τις απογευματινές φωνές έξω στον δρόμο. Χωρίς προσπάθεια κατάφεραν να μην τραβήξουν την προσοχή της οικογένειας που βρισκόταν πολύ κοντά, αλλά όπως και τη μουσική, αγνοούσε και τη παρουσία τους.
«Είναι μικρή», παρατήρησε ο ένας σοβαρά, μετά από ώρα ησυχίας. «Είναι πολύ μικρή», σήκωσε το κεφάλι του για να κοιτάξει τη μαύρη φιγούρα που βρισκόταν στην μέση των τεσσάρων αντρών. «Δεν μπορεί να μας βοηθήσει».
«Είναι μία από τις τρεις», μουρμούρισε ο μεσαίος με σιγουριά. Τοποθέτησε τα  χέρια του πάνω στη κούνια προστατευτικά, χωρίς να κάνει φασαρία. Χαμογέλασε ελάχιστα, αρκετά για να το νιώσει αυτός και τα κλειστά μάτια στο πλάσμα που ήταν σκεπασμένο στο βάθος της κούνιας.
«Παραμένει μικρή», επέμεινε ο πρώτος. «Είναι και οι άλλες δύο τόσο μικρές; Είναι αστείο, δεν γίνεται να σκεφτόμαστε τέτοιες επιλογές. Άκουσε με, είναι μικρή», συνέχισε να παραπονιέται.
«Είναι όμορφη», ακούστηκε χαμηλόφωνα λίγο πιο πέρα, ο τρίτος.
«Άνθρωπος», τον διόρθωσε ο τελευταίος και διπλανός του. «Είναι άνθρωπος. Θυμήσου του».
Ο τρίτος δεν πήρε τα μάτια του πάνω από το βρέφος και ζαρώθηκε στη θέση του χωρίς να απαντήσει.
Ο μεσαίος καθάρισε τον λαιμό του, όχι επειδή το χρειαζόταν, αλλά για να μαζέψει την προσοχή των υπόλοιπων τριών φιγούρων. «Είναι μία από τις τρεις», μίλησε με σταθερή φωνή και δεν σκόπευε να συνεχίσει πολύ παραπάνω τη συγκεκριμένη συζήτηση. «Δεν αλλάζει πλέον η απόφαση. Δεχτείτε τη για να σωθούμε».
Οι μαύρες φιγούρες αναστέναξαν. Ο τρίτος άρχισε να σιγομουρμουρίζει τις νότες της μουσικής εύθυμα.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

"Ο πόνος στην αρχή ήταν εύκολος να αγνοηθεί.

Η καλύτερη φάση της ζωής μου, πιθανότατα. Τα προβλήματα τότε όσο και αν με πλήγωναν ή με έκαναν να τα σκέφτομαι πολύ, ύστερα από μερικές ώρες ύπνου ένιωθα πως ολόκληρος ο κόσμος είχε αλλάξει θέση μόνο για εμένα, να μου προσφέρει λίγη ανακούφιση. Όλα πάγωναν, μούδιαζαν, οι προηγούμενες ώρες που ήταν γεμάτες με άσχημα συναισθήματα, έπαιρναν γκρι απόχρωση και το φιλμ σταμάταγε να είναι μέσα στο κεφάλι μου. Αποδεχόμουν ότι τα προβλήματα είχαν βρεθεί εκεί κάποτε, αλλά τουλάχιστον δεν είχα την ανάγκη να είμαι ακόμα νευριασμένη σε κάτι που πέρασε, τώρα δεν το νιώθω, και όλα μπορούν να συνεχίσουν όπως πριν.

Ύστερα ο πόνος άλλαξε περισσότερο. Γεγονότα στο σχολείο με παιδιά ή καθηγητές με έκαναν να νιώθω εκείνο το ελαφρύ βάρος στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, γιατί ενώ προσπαθούσα να διώξω οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ανάμνηση (όπως προτείνουν όλοι γιατί δεν ξέρουν τι περνάς και ποντάρουν στο να ξεχάσεις), εκείνη έβρισκε τρόπο να γυρίσει στο κεφάλι μου, να με αναγκάσει να την αναλύσω και στο τέλος, να μη βγω σε βολικά συμπεράσματα. Ακόμα και τότε όμως, ο ύπνος είχε παίξει μεγάλο ρόλο. Ίσως μετά το ξύπνημα το μούδιασμα να κράταγε λιγότερο και ο κόσμος να μην είχε γίνει ένα καλύτερο μέρος τόσο εύκολα όσο στη παιδική μου ηλικία, αλλά μετά από κάποιο καιρό είχα τη δυνατότητα να γυρίσω πίσω και να γελάσω στο ότι το περιστατικό δεν ήταν τόσο σημαντικό, πιθανόν η άλλη μεριά δεν το θυμόταν ιδιαίτερα και όλα σύντομα θα γύριζαν στο πριν, γιατί πάντα όλα γυρίζουν στο πριν.

Έφτασε ο καιρός που το πριν παρέμεινε πριν και δεν προχώρησε ποτέ στο μετά. Ο ύπνος ήταν καθαρά στιγμιαίο φάρμακο και το μούδιασμα κράταγε μόνο κατά την διάρκεια της αναισθησίας των περίεργων, βαριών ονείρων που βρίσκονταν εκεί για να σου αποσπάσουν την προσοχή. Ίσως η ευτυχία να διαρκούσε μερικά δεύτερα μετά από το ξύπνημα, αλλά ύστερα από αυτό, όταν προσπαθούσα να ξανασκεφτώ τα προβλήματα για να δω τι νιώθω για αυτά (μπορεί ο πόνος να έφευγε, να ήμουν ελεύθερη πάλι!), όλα επέστρεφαν, τίποτα δεν έμενε πίσω, το πάντα του προχωράω είχε επισήμως μετατραπεί στο ποτέ της ελευθερίας. Και αυτό με έτρωγε. Η ψυχή μου ξεριζωνόταν μερικές φορές σιγά, άλλες πιο γρήγορα, σπάνια χωρίς να το καταλάβω, και όταν πέρασε πολύ καιρός, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Ο τρόπος που αντιμετώπιζα τον κόσμο και τους γύρους μου, έγινε μοχθηρή αποστολής της ζωής μου. Αυτή η αποστολή είχε στόχο να περάσω τη ζωή μου και κάποτε να πεθάνω, χωρίς να επιχειρήσω το τέλος νωρίτερα, γιατί αυτό θα πλήγωνε αυτούς που με σκότωναν καθημερινά. Η φυλακή βρισκόταν γύρω μου, τα κάγκελα που είχα βάλει εγώ στον εαυτό μου για το καλό των άλλων, δεν μου επέτρεπε να το σκάσω – δεν μου επέτρεπε να φύγω από ένα μέρος που δεν άξιζα να είμαι γιατί ποτέ δεν είχα διαπράξει το έγκλημα.

Είναι σχεδόν βάρβαρο σε οποιονδήποτε άνθρωπο, και ειδικά σε κάποιον μικρότερης ηλικίας που η ζωή δεν έχει αφήσει τα συνηθισμένα σημάδια πάνω του, να υπάρχει τέτοιο βάρος στους ώμους, στη καρδιά, στη ψυχή, στο είναι.

Παρόλο τον πόνο όμως, παρόλο το ξέσκισμα της ύπαρξής μου και των τρανταγμάτων μιας μπάλας αίματος και σπασμένων κοκάλων κουλουριασμένη πάνω σε ένα κρύο κρεβάτι, ενός κατάμαυρου δωματίου… «ήμουν καλά»."