Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012


Τώρα που άλλαξα την μορφή του blog, τώρα που έβαλα και για περιγραφή κομμάτι ποιήματος της Κική Δημουλά, πρέπει να αρχίσει να παίρνει άλλη τροπή το πράγμα. Πρέπει να αρχίσω να γράφω κείμενα που θα δίνουν βάση σε βαθυστόχαστα προβλήματα της ανθρωπότητας, να λύνω το Κυπριακό κάθε δεύτερο Σάββατο και τις Πέμπτες να ανεβάζω κάποια ποιητική φωτογραφία που δείχνει τα πάντα και τίποτα. Στις διακοπές των Χριστουγέννων (που έχω αρχίσει ήδη να περιμένω) θα μιλάω για τα ευρήματα ειδικών επιστημόνων για το πόσο αληθινά ήταν τα θαύματα του Ιησού, το Πάσχα θα αναλύω τις τιμές των βοδινών και ίσως τις Απόκριες να ανεβάζω κάτι χαρούμενο (γιατί εγώ πρώτα τρώω το αρνάκι, και κατόπιν ντύνομαι Captain Jack Sparrow, για όσους δεν το κατάλαβαν). Θα βάλω σκοπό της ζωής μου να μην περνάω πάνω από μισή ώρα στον υπολογιστή την εβδομάδα, κι αυτό για να ανεβάζω εδώ τις φιλοσοφίες μου. Οτιδήποτε που δείχνει κακή θέληση προς την ανθρωπότητα, θα διαγραφτεί (να πως χάνονται οι υπόλοιπες αναρτήσεις). Θα προοδεύσω ως blogger και θα πηγαίνω κάθε Κυριακή στην εκκλησία, να δέχομαι τον Jesus as my personal lord and savior. Θα γίνω καλύτερη κόρη, και θα αφήνω την μητέρα μου να ανεβάζει συνταγές για ντολμαδάκια και παπατοκεφτέδες, με γέμιση σόγιας. Θα αλλάξω προς το καλύτερο και στον αγιασμό δεν θα βρίσω α) τον παπά που άργησε, β) εγώ που ήρθα νωρίς. Οποιαδήποτε κοπέλα με μακιγιάζ πόρνης θα περνάει απαρατήρητη από μπροστά μου κι εγώ θα κάνω μόνο θετικά σχόλια για την καλοσύνη της να μην έρθει να μου μιλήσει. Ακόμα όμως κι αν μου μιλήσει, εγώ, ως πλέον κοινωνικό άτομο, θα απευθυνθώ προς το άτομό της με την νέα ευγένεια που θα με διακατέχει και θα απαντήσω χωρίς βρισιές. Ο ήλιος δεν θα μου φταίξει σε τίποτα που καίει σαν ομοφυλόφιλος, γιατί οι σεξουαλικές επιλογές των άλλων δεν θα έπρεπε να με αφορούν, και μπορεί απλά να κάνει ό,τι θέλει. Οι καθηγητές μου θα είναι οι πρώτοι που θα χαιρετήσω ως ένδειξη πως φέτος θα διαβάσω, θα τους κάνω περήφανους και θα αφήσω τα γελοία γραπτά για άλλους, λιγότερο προοδεύσημους αλλά ακόμα πολυαγαπητούς συμμαθητές (έχει να κάνει με το ότι δέχτηκα τον Jesus as my personal lord and savior). Η σχολική εμπειρία θα είναι πρώτη στη λίστα μου με τις Καλύτερες Εμπειρίες ( http://youtu.be/ltjT25GyXTM ) και δεν θα έχω οποιαδήποτε διάθεση για τις καλοκαιρινές διακοπές, αφού αυτές ποτέ δεν μου προσφέρουν τροφή μάθησης. Πάνω απ’ όλα, θα κάνω όλους εσάς περήφανους και μετά από λίγα χρόνια θα καταλήξω στον Λευκό Οίκο, να παίζω άρπα για τον Ομπάμα, γιατί ως γνωστών, «Παίξε άρπα στον αράπη, να σου πει συγχαρητήρια».









*το κείμενο δεν γράφτηκε όσο ήμουν μεθυσμένη.
**δεν θα αλλάξω φόντο ή γραμματοσειρά για να φαίνεται καλύτερα το οτιδήποτε.
***με ένα scroll, εμφανίζονται όλα καθαρά.
****είμαι κακιά στους αστερίσκους.
*****I’m raping them.
******όχι ότι είναι σωστό να κάνω τέτοια σχόλια για το θέμα του βιασμού.
*******but as you can see, I am raping them.


Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ήταν να μην αρχίσεις.


Ουρλιάζεις.
Ζητάς βοήθεια.
Κάποιος να εμφανιστεί στη γωνία, ρε παιδιά, και να είναι εκεί, απλά εκεί, τίποτα παραπάνω.
Κοιμούνται.
Σταματάς να ουρλιάζεις.
Δεν ακούνε.
Ή δεν ουρλιάζεις αρκετά.
Ή δεν ενδιαφέρονται.
Ή δεν ακούνε – εντάξει.
Σταματάς.
Το κόβεις.
Τέλος.
Δεν υπάρχει άλλη κραυγή από εσένα.
Ποτέ ξανά.
Για οποιονδήποτε λόγο ή ανάγκη.
Ε, αφού τα κατάφερες απόψε, όλα καλά.
Από εδώ και πέρα μπορείς τα πάντα.
Είσαι δυνατός.
Ανίκητος.
Θεός.
Μετά κάτι γίνεται.
Α… δεν μπορείς τα πάντα τελικά.
Το συναίσθημα πως πνίγεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό;
Ναι. Επιστρέφει.
Δεν ζητάς χαρά.
Ζητάς κενό.
Μούδιασμα.
Να μη νιώθεις.
Τελείως ουδετερότητα.
Διακόπτης.
Από εκείνους που κλείνουν τα πάντα.
Υπάρχει; Όχι. Θα εφευρεθεί.
Ωραία, προς το παρών δεν μπορείς να τον έχεις.
Οι επόμενες τέσσερις ώρες είναι επανάληψη.
Γωνία δωματίου.
Κουλουριασμένο σώμα.
Σκέψεις που δεν φεύγουν μακριά από το πίσω μέρος του λαιμού.
Μα και να ακουστείς, ποιος θα σε ακούσει;
Ποιος θα είναι εκεί για να ανοιγοκλείσει βλέφαρα;
Σου έχουν πει όμως –ή έχεις διαβάσει- πως η ζωή έχει πόνο.
Και με πόνο θα μάθεις.
Κατόπιν, προχωράς.
Βασικά δεν μαθαίνεις.
(Κλασσικά.)
Δεν είσαι από αυτούς τους δυνατούς, βλέπεις.
Μέσα από τις δυσκολίες, δεν βγάζεις τέχνη.
Πέφτεις.
Κομματάκια ψυχής.
Της δικής σου είναι.
Στο πάτωμα διαμελισμένες κραυγές.
Εκείνες από πριν, που αποφάσισες να τις σταματήσεις.
Μερικές σκέψεις αρχίζουν και σε ηρεμούν.
Λάθος σκέψεις.
(Επίσης κλασσικά.)
Αλλά καταφέρνουν αυτό που θες.
Μένεις με άσπρο καμβά για λίγο.
Μετά πάλι κόκκινες πινελιές.
Σκίζεις τον καμβά.
Είπαμε, δεν βγάζεις τέχνη.
Ανοιγοκλείνεις τα δικά σου βλέφαρα γιατί είσαι εσύ εκεί τουλάχιστον.
Νέο κύμα ταραχής.
Βρίζεις.
Δεν μπορείς να ανοιγοκλείσεις τώρα τα βλέφαρα.
Βαραίνεις.
Αρχίζεις και κοιμάσαι.
Εύχεσαι το πρωί να μην ουρλιάξεις όπως ούρλιαξες το βράδυ.
Το πρωί είναι άλλη μέρα.
Δεν ουρλιάζουμε το πρωί.
Τέλος πάντων.
Κοιμάσαι.

Όνειρα.
Άκυρα.

Το πρωί ουρλιάζεις πάλι.



Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

After Midnight


Η μάνα μου έχει να κοιμηθεί αρκετές ώρες, ο καφές της έχει σχεδόν τελειώσει, το ψυγείο δεν έχει γλυκά για να την απασχολήσουν, και στις δύο το βράδυ δεν υπάρχει κάποιο πρόγραμμα στην τηλεόραση που μπορεί να της τραβήξει το ενδιαφέρον. Κάθομαι εδώ και κάμποση ώρα απέναντί της, στον άλλο καναπέ και μιλάμε για τις Πανελλήνιες και τα μαθήματα, τα φροντιστήρια, και ύστερα για το πόσο άλλαξε ο αδερφός μου από την εφηβεία του μέχρι τώρα. Πως έγινε περισσότερο τρελάρας και πως τον προτιμάμε όπως είναι τώρα, παρά με τα μούτρα μέχρι το πάτωμα. Αυτό της δίνει το ελεύθερο να πάει τη κουβέντα σε εμένα.
«Εσύ περνάς τη φάση σου τώρα», αρχίζει. «Την εφηβεία σου. Όχι σαν τον Δημήτρη, δεν φωνάζεις, δεν μιλάς. Την περνάς σιωπηλά». Είναι αρκετά σίγουρη, και δεν μιλάω. «Έχεις στιγμές που νιώθεις μοναξιά ή σου βγαίνει σε κατάθλιψη;».
Αρχίζω και μουρμουρίζω λέξεις που δεν καταλαβαίνει, μασάω τα λόγια μου και με ξαναρωτάει. Κουνάω αόριστα το κεφάλι μου και αποφεύγω το βλέμμα της. «Τι σημασία έχει;», λέω ειλικρινά.
«Ε,  τι σημασία έχει; Σε ρωτάω».
«Ωραία, ναι», καταλήγω.
 «Γιατί δεν έρχεσαι να μου μιλήσεις όταν θες κάτι;», ρωτάει και το λέει με ψεύτικο παράπονο γιατί μετά θα αρχίσει να νιώθει ενοχές που δεν είναι καλή μητέρα σε εμένα.. «Ο αδερφός σου όταν δεν νιώθει καλά, ακόμα και το βράδυ έρχεται και συζητάμε». Ναι, σας ακούω τα ξημερώματα, μέρες σχολείου, που ενώ θα έπρεπε να βλέπω κάποιο όνειρο, ακούω για τα προβλήματα του συνάδερφου από εκεί.
Αρχικά, απαντάω στο κεφάλι μου, γιατί δεν καταλαβαίνεις και δεν περιμένω να το κάνεις. Το οποίο είναι αλήθεια και δεν το λέω με κακία. Απλά συνεννόηση μεταξύ εμένα κι εκείνης δεν θα υπάρξει ποτέ, εκτός κι αν είναι δικός της το θέμα. Και δεύτερον, δεν είμαι εκείνος. Κάτι το οποίο τώρα τελευταία μπερδεύουν συνέχεια σε αυτό το σπίτι.
«Επειδή δεν είναι πρόβλημά σου», της λέω τελικά.
«Αυτό σημαίνει πως δεν μπορείς να έρθεις;».
«Όχι, μπορώ. Αλλά παραμένει να μην είναι δικό σου το πρόβλημα».
«Μπορώ να βοηθήσω», το συνεχίζει. «Μπορείς να μου λες και να σε βοηθάω. Αυτή τη στιγμή είναι σαν να μου λες πως αν έρθω εγώ, επειδή έχω κάποιο δικό μου πρόβλημα, δεν θα με βοηθήσεις».
Της εξηγώ, «Σου λέω πως αν έρθεις εσύ με δικό σου πρόβλημα, θα σε βοηθήσω, αλλά δεν μπορείς να περιμένεις να φέρω το δικό μου πρόβλημα σε εσένα». Συνεννόηση…
Μετά από λίγο αρχίζουμε άλλο θέμα. Κάτι της λέω ότι δεν θα με πείραζε να δουλέψω σε φυλακές, αν και δεν ξέρω πως θα τα κατάφερνα με την ψυχολογία αυτό και μου λέει για εκείνον τον τύπο που μπήκε μέσα στο θέατρο και σκότωσε πόσους ανθρώπους. Την βλέπω που την πειράζει πολύ ότι στην δίκη, την πρώτη φορά φαινόταν χαμένος και την δεύτερη φορά, φαινόταν εντελώς ανέκφραστος, χωρίς να τον ενδιαφέρουν στο ελάχιστο οι πράξεις του.
Κάπως τα καταφέρνουμε μάνα και κόρη – καταλήγουμε σε εκείνο το θέμα, το ότι υπάρχουν περιπτώσεις που ο άνθρωπος δεν νιώθει τίποτα, από καθαρή επιλογή του.
«Είναι πολύ εύκολο», λέω στη μητέρα μου, «για έναν άνθρωπο να σταματήσει να νιώθει. Να μείνει απαθής. Περισσότερο εύκολο από το να νευριάσει ή να αντιδράσει με χίλιους φυσιολογικούς, προς εσένα, τρόπους».
«Γιατί είναι εύκολο;», με ρωτάει ψιλοενοχλημένα. «Γιατί κάποιος, ο οποιοσδήποτε, να διάλεγε να μην νιώθει, από το να νιώσει χαρούμενος;». Φαίνεται μπερδεμένη, πως οι θεωρίες για τη ζωή που έχει σχηματίσει, αρχίζουν να φαίνονται πολύ λάθος γύρω της.
«Οι άνθρωποι δεν νιώθουν μόνο χαρά», της θυμίζω. «Πονάνε επίσης».
«Οπότε μου λες πως κάποιος θα διάλεγε να σταματήσει να νιώθει… για ποιόν λόγο ακριβώς;».
Παίρνω βαθιά ανάσα γιατί φτάνουμε σε γνωστά νερά. Μπορώ να της αναλύσω το θέμα με ολόκληρο βιβλίο και στο τέλος δεν θα έχει καταλάβει πολλά από αυτά που θέλω να της περάσω. «Να προστατευτεί. Από όσα νιώθει. Αρνητικά συναισθήματα που μπορούν να του σαπίσουν τη ψυχή και να τον λυγίσουν». Θέλω να αναφέρω τον όρο μιζέρια που χρησιμοποίησε πριν αυτή τη συζήτηση και να της εξηγήσω πως τότε ο άνθρωπος θα καταλήξει μίζερος και όχι η καραμέλα που την έχουν όλοι να λένε τους πάντες γύρω τους μίζερους, χωρίς να ξέρουν για τι μιλάνε.
«Τότε», λέει γρήγορα και με σιγουριά, γιατί προσπαθεί όπως πάντα να μου το παίξει εκείνη που θα βγει σωστή από τη συζήτηση, «καλύτερα αυτόν τον άνθρωπο να τον κλείσουν μέσα».
Την κοιτάω παραξενεμένη. Αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να είμαι εγώ, χωρίς να το ξέρει. «Μα δεν μιλάω για δολοφόνο ή εγκληματία. Μιλάω για καθημερινούς ανθρώπους», προσπαθώ να την πείσω. Το έχω πάρει κάπως προσωπικά το θέμα.
«Ε, ναι. Μου λες πως κάποιος διαλέγει να μην νιώσει; Καλύτερα να τον κλείσουν μέσα», επαναλαμβάνει. Σε ψυχιατρείο υποθέτω, αλλά δεν ρωτάω. «Καλύτερα να απομακρυνθεί από όλους, γιατί δεν υπάρχει λύση για αυτόν».
«Γιατί;», της θέτω το ερώτημα. «Επειδή αποφάσισε να είναι δυνατός;».
«Δύναμη είναι να αντιμετωπίζεις όσα νιώθεις και στο τέλος να βγαίνεις με το κεφάλι ψηλά», αρχίζει τα ηρωικά της.
«Όταν όσα νιώθεις είναι περισσότερο βαριά από αυτά που μπορείς να αντέξεις, το πρώτο πράγμα που θα βγεις, είναι νεκρός. Ψυχικά. Και, ξέρεις, μπορεί η ζωή να του τα έφερε έτσι».
Γελάει. «Ο καθένας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τα χτυπήματα που δέχεται ή πως τα δέχεται και τι θα έχει αποκτήσει μετά από αυτά», δεν με αφήνει να απαντήσω. «Είσαι ζωγράφος. Πως θα περιέγραφες τη σκηνή της μιζέριας;», γυρίζει στο άλλο θέμα.
Εντάξει. Αυτό μπορώ να το κάνω πάντως, να της περιγράψω μια εικόνα, αντί να αρθρώσω προτάσεις που εξηγούν τι νιώθω. «Άνθρωπος ντυμένος κλασσικά, σαν εκείνους από όλες τις παλιές ταινίες. Με παλτό και βαλίτσα στο χέρι. Καπέλο στο κεφάλι. Περπατάει ανάμεσα στο πιο όμορφο πάρκο που έχει υπάρξει ποτέ. Κάτω από τον πιο όμορφο ήλιο και ουρανό στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στον δρόμο του συναντάει γνωστούς και αγνώστους και χαμογελάει, περνάει καλά, έχει την καλύτερη ζωή, τις καλύτερες αναμνήσεις. Όμως», σταματάω λίγο. «Από τη στιγμή που γεννιέται νιώθει πως κάτι δεν είναι σωστό. Στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, σε όσα καλά περνάει, υπάρχει το βάρος. Προσπαθεί να το αγνοήσει γιατί δεν νομίζει πως ο οποιοσδήποτε θα δώσει σημασία στο πρόβλημά του. Οπότε το βάρος μεγαλώνει .Σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών, το βάρος έχει φάει τη ψυχή του και τώρα, πάνω από τον κύριο, εκείνον με όλα τα χαμόγελα και τις ιστορίες γεμάτες αγκαλιές, βλέπεις ένα κουλουριασμένο φάντασμα που σιωπηλά ζητάει για βοήθεια». Χαμογελάω. «Ξέρεις γιατί τίποτα δεν θα αλλάξει; Ξέρεις γιατί παρόλα τα πράγματα που ίσως θα μπορούσε να είχε κάνει, δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τα χτυπήματα που δέχτηκε και ο τρόπος που τα δεχόταν και τι απέκτησε μετά από αυτά;».
Κουνάει το κεφάλι της. «Γιατί;»
«Η βοήθεια που ζητούσε το φάντασμα ήταν εκεί από τα γενέθλιά του και ο ίδιος δεν μπόρεσε να την ακούσει ποτέ».


Η συζήτηση -για καλό ή για κακό- δεν τέλειωσε εκεί.


Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Η Δωδεκάδελτος του Τέρατος


Σκέφτηκα να παραθέσω μερικά από εκείνα τα πράγματα που θέλω να κάνω ή γίνω, τα οποία δεν ενδιαφέρει κανέναν, αλλά θέλω να νιώσω σημαντική, και το να κάθομαι να βλέπω ταινίες, ειδικά αφού συνειδητοποιώ ότι το 2000 είχε καλύτερα γραφικά από ταινίες του ’12, δεν βοηθάει ιδιαίτερα.

(Όπως επίσης δεν βοηθάει να δείχνω στον πατέρα μου πώς να χρησιμοποιεί το Facebook.)

(Αλλά αυτό δεν το λέμε πουθενά.)

(Σσσς.)

Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

  1. Λυκάνθρωπος ή κυνηγός λυκανθρώπων. Έχω κολλήσει με σειρά του MTV που έχει να κάνει με ωραίους λυκανθρώπους, με κοιλιακούς και μπράτσα και σοβαρά, ποιος δεν θέλει να ζήσει τέτοιες υπερφιλοσοφικές περιπέτειες που δεν έχουν οποιαδήποτε βάση στη κοινή λογική, αλλά δεν φταίω εγώ που βάζουν τους ηθοποιούς να πηγαίνουν καθημερινά στο γυμναστήριο, στουμπώνοντας τους με milkshake πρωτεΐνης .

Μα ποιος λέει τέτοια πράγματα.

  1. Νέα Υόρκη. Όχι, δεν θέλω να γίνω η Νέα Υόρκη, γιατί έχω ακούσει τα χαρτιά της αλλαγής από άνθρωπο σε ολόκληρη πόλη είναι κουραστική διαδικασία. Δεν θέλω να βρεθώ στη κακή πλευρά της γραφειοκρατίας. Θέλω, παρόλα αυτά, να πάω στη Νέα Υόρκη, το οποίο πιθανόν είναι και πιο εύκολο. Εκτός αν υπολογίσουμε το κάρμα που με δέρνει. Θα καταλήξει το αεροπλάνο να πέσει λίγο πριν φτάσουμε στον εναέριο χώρο της Αμερική. Εγώ θα προσπαθήσω πάντως, να μην με πουν και τεμπέλα.

(Επίσης, σημείωση πως δεν υπάρχουν λυκάνθρωποι στο Manhattan, άρα δεν μπορεί κανείς να με αποκαλέσει λυσσάρα………υπάρχει όμως κατευθείαν μετάδοση του MTV…………)

  1. Ψυχολόγος. Βρίσκεται στα πράγματα που θέλω να γίνω. Σε φυλακές κυρίως, αλλά αν τύχω και πουθενά αλλού, δεν με πειράζει. Μεταπτυχιακό στην Εγκληματολογία, γιατί είμαι έξυπνη και δεν σκοπεύω να προσπαθήσω από Νομική που είναι και ο ίσιος δρόμος. Πάω μέσω Καλαμάτας, σπάω τα όρια (και στο τέλος θα καταλήξω άνεργη, έχοντας περάσει μόνο το πρώτο έτος στο Πανεπιστήμιο). Αν δεν μας κάτσει αυτό, όχι, δεν θα κάτσουμε σε καθηγητή, θα προσπαθήσουμε κάτι διαφορετικό. Η Ελλάδα έχει πολλά σκουπίδια, ο δήμος δεν σταματάει να προσλαμβάνει. Επιλογές πολλές, σκουπιδιάρικα ατέλειωτα. Το πορτοκαλί μου πάει. Την βρήκαμε και την επαγγελματική μας αποκατάσταση.

  1. Να αποκτήσω εκείνη τη γλυκιά, κελαϊδένια αμερικάνικη προφορά, που είναι ανάμεσα σε Βοστόνη και Νιου Τζέρσει, αλλά την κατανοείς περισσότερο από την ψευτοδιεθνή που δεν καταλαβαίνει ούτε αυτός που μιλάει. Γιατί αν το προσπαθήσω, κάτι βγάζω, δεν ακούγομαι εντελώς σαν εκείνη την Ελληνίδα που έχει δει πολλές ξένες σειρές (η οποία, παρεπιμτώντος, είμαι αυτή η Ελληνίδα). Ύστερα από λίγο ακούω κανονικό Αμερικάνο και χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο γιατί βρίσκομαι μίλια μακριά. Για την ακρίβεια, από αριθμό που έχω μάθει απ’ έξω, οκτώ χιλιάδες εξήντα (κόμμα, επειδή είμαστε και γαμώ) είκοσι εννιά χιλιόμετρα. Ου γαμώ τα αεροπορικά εισιτήρια.

  1. Να μάθω να ζωγραφίζω έτσι ώστε να καταλαβαίνεις τι βλέπεις και να μην μπερδεύεις το μικρό δάχτυλο με την άκρη της ζώνης του παντελονιού. Υπάρχει πρόοδος από όταν πρωτοάρχισα αλλά το θέμα πάει αργά και ως γνωστών, δεν έχω υπομονή.

  1. Δεν σκοπεύω να κάνω παιδιά, γιατί το σχέδιο μου είναι να καταλήξω με εβδομήντα εννιά γάτες… αλλά έχω σοβαρά προβλήματα θυμού προς τα διαβολάκια, οπότε αν μένω κοντά σε γειτονιά με νέα ζευγάρια, τα οποία ζευγάρια δεν κρατούν τις μελισσούλες μέσα στο παντελόνι τους και αραδιάζουν κανα τριάρι μωρά ο καθένας, θα ήθελα τότε να μάθω να τα αγαπάω, ή έστω να τα ανέχομαι. Και να με ανέχονται με τη σειρά τους, γιατί συνήθως αυτό είναι το πρόβλημα – δεν υπάρχουν αμοιβαία συναισθήματα, και καταλήγουμε στον γνωστό ρυθμό: με φτύνουν, ενώ εγώ αρχίζω να τους κυνηγάω με κουζινομάχαιρο, φωνάζοντας στη μάνα τους, «Όχι, καλέ, παίζουμε, πλαστικό είναι».

  1. Το ορκίζομαι πως αυτό δεν έχει να κάνει κάτι με το νούμερο τέσσερα (for the most part), αλλά θέλω να μάθω να χρησιμοποιώ όπλο. Και αυτοάμυνα, αλλά νομίζω είμαι καλυμμένη με κλωτσιά στο ευαίσθητο σημείο. Αλλιώς έχουμε το όπλο. Και ίσως κάποιο πριόνι τσέπης, σπρέι πιπεριάς, ελβετικό μαχαίρι… Ή αρχίζουμε να φωνάζουμε στη μέση του δρόμου, «ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ!!!», και το μισό τετράγωνο πέφτει πάνω του. Τα καλά του να μένεις στην Ελλάδα.

  1. Να μάθω ακουστική (κάτι προσπαθήσαμε, τα πάντα πατώσαμε).

  1. Scuba-diving.

  1. Να καταφέρω να τελειώσω το βιβλίο που γράφω. Δεν χρειάζομαι λεφτά εγώ, μόνο φήμη! Αχ…

  1. Να μην υπάρξει ανάρτηση σ’ αυτό το blog, που στο τέλος καταδικάζω τους πάντες.

(Είμαι καλός άνθρωπος.)

(Κατά βάθος.)

(Δεν σχολιάζουμε πόσο βάθος. Οι επιστήμονες που έστειλαν έκοψαν επικοινωνία – δεν έφτανε μέχρι εκεί το σήμα.)

(Αλλά είμαι.)

  1. Να καταφέρω να ξεφλουδίσω πατάτα ή πεπόνι, χωρίς να φαίνεται ολόκληρο το τοπίο της αποκάλυψης και οι τέσσερις καβαλάρηδες από πάνω, για γαρνιτούρα. Επίσης, στο τέλος να έχει μείνει ολόκληρη η πατάτα ή το πεπόνι, και να μην έχω το ένα εικοστό από το αρχικό προϊόν. Μόνο για ποπκόρν, τοστ και μακαρόνια είμαι καλή στη κουζίνα. Στα υπόλοιπα είναι το ίδιο με την ακουστική (κάτι προσπαθήσαμε, τα πάντα πατώσαμε).

Τέλος, αυτό που βρίσκω περισσότερο σημαντικό από τα δώδεκα, και το εύχομαι σε ολόκληρη την ανθρωπότητα που υποφέρει καθημερινά (ή όποτε κάνετε μπάνιο, μπίχλες):

  1. Η απόκτηση της Τεράστιας Γνώσης του Ντουζ. Πέρα από ότι ακούγεται σαν όνομα πορνό, η Τεράστια Γνώστη του Ντουζ έχει να κάνει με την απλή κίνηση να ανοίξεις τον διάκοπτη κάπου ανάμεσα σε κρύο και ζεστό, αλλά περισσότερο προς το ζεστό γιατί κρυώνουν οι κώλοι μας εύκολα, και να πετύχεις με την πρώτη τη τέλεια θερμοκρασία. Αυτό που συνήθως καταφέρνω εγώ, είναι είτε να έχω εμπειρίες δευτερολέπτων στα βάθη της κόλασης ή στο πιο παγωμένο σημείο των δύο πόλων. Χρειάζεται ειδική μεταχείριση – τρία χιλιοστά προς τα δεξιά, ένα χιλιοστό προς τα αριστερά και ένα μιλισέκοντ προς τη μέση. 







Καλό μήνα!





Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

The Enigma Behind The Monster #1

Ήταν η ίδια ημέρα, κάθε μέρα, μη-σημασίας ώρα, που μερικές φορές οι δαίμονες, τα φαντάσματα, οι σκέψεις και οι αξίες μαζεύονταν κάπου στο κεφάλι μου, σε έναν κύκλο από καρέκλες, και μιλούσαν για τα προβλήματα της ημέρας. Μετά ο τρόπος αντιμετώπισης άλλαξε, τα προβλήματα ήταν έτσι κι αλλιώς τα ίδια και πολλά καθημερινά, οπότε από ένα σημείο και μετά η συνάντηση άρχισε να γίνεται κάθε έντεκα του μήνα, με μαζεμένα όλα τα παράπονα που είχε ο κάθε δαίμονας, φάντασμα, σκέψη και αξία. Τον δεύτερο χρόνο μετά την αλλαγή στο μηνιαίο συμβούλιο, τέλος χειμώνα με αρχές άνοιξης, κάποιον μήνα με αρκετό κρύο για να μη τολμήσει κανείς να λείψει, η συνάντηση με πρωτοβουλία των αξιών, έγινε στις δώδεκα. Κανείς δεν τον πήρε χαμπάρι, μέχρι που οι δαίμονες συνειδητοποίησαν ότι κάτι δεν ήταν σωστό, πως το εξηκοστό δευτερόλεπτο στο κλείσιμο του λεπτού διαρκούσε ένα δέκατο περισσότερο από το κανονικό και έτσι άρχισαν την φασαρία, να φωνάζουν πως εκείνοι είχα συμφωνήσει στις έντεκα του μήνα και μόνο, και πως αν δεν μπορούσαν οι αξίες να σέβονται μερικά πράγματα, καλύτερα κάποιος από τους δύο τους να έφευγε. Τα φαντάσματα συνέχισαν την φιλοσοφία του ότι μέχρι να αρχίσουν τα σοβαρά θέματα, θα συνέχιζαν να κάνουν πως δεν είναι στην ίδια διάσταση με τους υπόλοιπους, και οι σκέψεις κόντεψαν να πάθουν βραχυκύκλωμα από την πολύ ανάλυση. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, μαζί με τα επιπλέον δέκατα κάθε λεπτού, στον κύκλο με τις καρέκλες δεν είχε μείνει κανένας πέρα από δύο δαίμονες και μισή αξία.
«Δεν είναι πως δεν σας καταλαβαίνω», μίλησε κουρασμένη η μισή αξία και έτριψε νευρικά το κούτελό της, με τα μαύρα μάτια των δύο δαιμόνων κολλημένα πάνω της. «Απλά θα ήθελα να έχετε περισσότερη κατανόηση σε μερικά πράγματα».
«Έχουμε κατανόηση για πολλά πράγματα», είπε με βαριά φωνή ο αριστερός δαίμονας, «αλλά η συμφωνία είναι συμφωνία. Αν θέλατε αλλαγή, θα μπορούσατε να στείλετε πρώτα ειδοποίηση».
Ειδοποίηση; Ειδοποίηση στους δαίμονες; Η φήμη τους δεν τους έχουν από εκείνους που διαβάζουν με προσοχή όλα τα γράμματα που τους στέλνονται συνέχεια, και είναι πολλές οι ειδοποιήσεις που χάνονται. Τα μισά τα καίνε με ανάσες από εμπειρίες που θα πέθαινες να μην ξαναζήσεις και τα υπόλοιπα τα πετάνε στον αέρα και αφήνουν τις σκιές να τα τακτοποιήσουν. Πως περίμεναν να έχουν αποφασίσει στη λύση της ειδοποίησης;
«Μα δεν καταλαβαίνω», μουρμούρισε πάλι η μισή αξία και η φωνή της ήταν γεμάτη απελπισία. «Τι σας πείραξε το ένα δέκατο του δευτερολέπτου στο κλείσιμο του εξηκοστού δευτερολέπτου, στο λεπτό;», ρώτησε, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε πάει στραβά, γιατί μια μικρή λεπτομέρεια είχε καταλήξει στο σπάσιμο τόσων πραγμάτων. Ασυμφωνία χαρακτήρων;
«Δεν μας πείραξε το ένα δέκατο του δευτερολέπτου στο κλείσιμο του εξηκοστού δευτερολέπτου στο λεπτό», της απάντησε ο δεξιός δαίμονες και ύψωσε λίγο το κεφάλι του για να την κοιτάξει σαν δασκάλα που μαλώνει τον μαθητή της. «Φυσικά και αυτό θα ήταν ένα μεγάλο θέμα αν ήμασταν σε δίσεκτο έτος αλλά ήσασταν τυχερές που δεν είναι αυτό το πρόβλημα».
Η μισή αξία μαζεύτηκε στην θέση της. «Και ποιο είναι το πρόβλημα;», ρώτησε χαμηλόφωνα.
Οι δύο δαίμονες αντάλλαξαν ένα επιφυλακτικό βλέμμα μεταξύ τους, είπαν κάτι που μόνο τα μάτια τους μπορούσαν να μεταφράσουν και ύστερα ξεφύσησαν. «Υποτίθεται πως εσύ και όλες οι υπόλοιπες αξίες έχετε κύριο ρόλο», άρχισε να μιλάει ο δεξιός πάλι και βρήκε ο ίδιος ειρωνικά τα λόγια του. «Θα έπρεπε να κυριαρχείτε και να φέρνετε την ισορροπία όταν εμείς, σε συνεργασία με τις σκέψεις και τα φαντάσματα φέρνουμε τα άνω κάτω στο μυαλό και στο σώμα. Σταματήσατε να δουλεύεται έτσι εδώ και δυόμιση με τρία χρόνια. Δεν νομίζεις πως σε αυτόν τον καιρό μαζεύτηκαν τα περισσότερα προβλήματα;».
«Γι’ αυτόν τον λόγο έπρεπε να συναντιόμαστε μηνιαία, να βλέπουμε τα πράγματα πανοραμικά, αλλιώς θα τρελαινόμασταν κι εμείς», συμπλήρωσε ο αριστερός δαίμονας χωρίς να διακόψει τον άλλον, απλά ξέροντας πως ήταν η σειρά του.
Τα μάτια της μισής αξίας έγιναν βαθιά, χωρίς πάτο και έγειρε το κεφάλι της προς τη μία μεριά. «Ποιος άλλος τρελάθηκε;», ρώτησε παιδικά και μπερδεμένα. «Τρελάθηκε κάποιος άλλο;», ζήτησε να μάθει.
Οι δαίμονες έβαλαν τα δάχτυλά τους μπροστά από το στόμα τους για να της δείξουν πως έπρεπε να κάνει περισσότερο ησυχία. Με τους δείκτες τους και με αργές κινήσεις έδειξαν προς τα πάνω, προς το ταβάνι. «Εκείνη», ψιθύρισαν και ήταν λες και είχαν μόλις κάνει τη μεγαλύτερη ιεροσυλία. «Εκείνη», επανέλαβαν, «τρελαίνεται ανά καιρούς».
Η μισή αξία κοίταξε γύρω της ακόμα χωρίς να καταλαβαίνει και το μόνο που είδε ήταν λευκοί τοίχοι να τη περικλείουν. Ύστερα, όταν τα μάτια της είχαν ελέγξει κάθε σπιθαμή του χώρου, πρόσεξε μερικές γρατζουνιές που σε μερικά σημεία ήταν βαθιές, έτοιμες να σπάσουν το δωμάτιο στη μέση, να ρίξουν τους σοβάδες πάνω σε οποιονδήποτε είχε την ατυχία να βρεθεί από κάτω. Η μισή αξία έβγαλε έναν δυσάρεστο ήχο από τον λαιμό της. «Δεν μου αρέσει αυτό».
«Φυσικά και δεν σου αρέσει», ακούστηκε ο ήχος γέλιου – σκοτεινού, κακού, μοχθηρού γέλιου που κορόιδευε τα πάντα στο πέρασμά του. «Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν είσαστε πλέον ικανές να έχετε την τάξη εδώ μέσα. Ακόμα και η εχεφροσύνη δεν θα μπορούσε να σας βοηθήσει πλέον», είπε εύθυμα ο αριστερός δαίμονας και ο δεξιός κούνησε το κεφάλι του νωχελικά, «Όχι ότι έχει μείνει πολύ».
Υπήρχε ησυχία για λίγο – η μισή αξία άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να προτείνει στις υπόλοιπες ολόκληρες αξίες να παραιτηθούν από την δουλειά του τροχονόμου και να αφήσουν τα φαντάσματα να κάνουν κουμάντο. Οι δαίμονες σώπασαν, άρχισαν να ζυγίζουν κατά πόσο τα λόγια τους θα μπορούσαν να επιρρεάσουν θετικά την αξία και το πρόβλημα να είχε επιτέλους μια λύση σύντομα. Κανείς από τους τρεις δεν βρήκε κάτι να πει, μέχρι που ο αριστερός δαίμονες έβγαλε μία μεγάλη ποσότητα αέρα από τους πνεύμονές του.
«Αν θέλετε να συνεχίσετε να έχετε το πάνω χέρι, κάντε την κίνησή σας», συμβούλεψε με μικρή φωνή. «Είμαστε στην άκρη του γκρεμού και σε λίγο θα πέσουμε και όταν αρχίσει η πτώση, δεν θα σηκωθούμε στα πόδια μας πάλι. Εκείνη δεν θα σηκωθεί. Θα μείνει κάτω και δεν θα την ενδιαφέρει τίποτα από εκεί και πέρα, ούτε που φτάσαμε στον πάτο, ούτε πως υπάρχει μόνη επιλογή να ξανανέβουμε».
«Και γιατί να ξανανέβει;», ρώτησε περισσότερο στον αέρα ο δεξιός δαίμονας. «Υπάρχει λόγος; Πέφτει, πονάει, το δέχεται, πάλι η πορεία προς τα πάνω. Φτάνει ποτέ ψηλότερα; Όχι. Αυτό ίσως να είναι καλύτερο, τουλάχιστον δεν θα πονέσει παραπάνω. Γίνεται να πονέσει παραπάνω; Εμ, δεν γίνεται. Συνέχεια τα ίδια. Στο τέλος πάντα πέφτει».
Η μισή αξία μισογέλασε φοβισμένα. Σήκωσε λίγο τα φρύδια της για να δώσει έμφαση. «Πάντα σηκώνεται».
«Μικρή μου αξία», χαμογέλασε σαρδόνια ο αριστερός δαίμονας πάλι. Έγειρε μπροστά για να βρίσκεται κοντά της. «Δεν σου έμαθαν πως το πάντα δεν κρατάει;».


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Τόσα ταλέντα..


 I Believe It Was A Saturday Morning

Saturday morning I am waiting,
patient for the sky to crawl.
I have heard from someone’s someone
that the world today will fall.

No real reason to be excited,
not that I don’t want to live.
It’s just the moments that betray me,
and it’s the people that I meet.

I keep getting looks of worry,
I’m being told it’s really bad,
the one day I am truly smiling,
is the day we’re getting burnt.

Saturday evening I am waiting,
it seems they tricked me to believe,
that hopes can be attained to heavens,
even if the death to greet.

Someone’s someone was a liar
and the world today won’t fall.
I’m still hoping for such disaster,
the one that’ll save me from it all.